Ξ₯πηρΡσίΡς - Ξ•ΞΎΟ‰Ξ΄ΞΉΞΊΞ±ΟƒΟ„ΞΉΞΊΟŒΟ‚ ΞœΞ·Ο‡Ξ±Ξ½ΞΉΟƒΞΌΟŒΟ‚
Νομικά Νέα
18-02-19
Προστασία προσωπικών δεδομένων. Η επεξεργασία του ΑΜΚΑ, ως δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα, σε ό,τι αφορά το πρώτο εξαψήφιο τμήμα του, που αποτελείται από την ημεροχρονολογία γεννήσεως του κατόχου, παρίσταται νόμιμη και θεμιτή, κατά την έννοια των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ν. 2479/1997, ακόμη και χωρίς την συγκατάθεση του αυτού και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Η ενυπόγραφη αποδοχή των ατομικών στοιχείων του Α.Μ.Κ.Α. δεν έχει την έννοια της παροχής από τον ενδιαφερόμενο έγγραφης συναινέσεως ως προς αυτόν καθ` εαυτόν τον αριθμό ασφάλισης, ο οποίος συγκροτεί τον Α.Μ.Κ.Α.. Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης.




05-01-19

-Η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της σιωπηρής αρνήσεως της Διοίκησης να ανακαλέσει τους κανονιστικός θεσπισθέντες με προεδρικό διάταγμα όρους και περιορισμούς δομήσεως και τις χρήσεις γης στην περιοχή, στην οποία περιλαμβάνονται τα ακίνητα των αιτούντων, ασκείται απαραδέκτως, δεδομένου ότι η παράλειψη της Διοίκησης να εκδώσει κανονιστική πράξη με την οποία να τροποποιεί ή ανακαλεί το εν λόγω κανονιστικό καθεστώς δεν συνιστά, κατ’ αρχήν, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως, τούτο δε διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή όχι κανονιστικής πράξεως και για τον χρόνο εκδόσεώς της ανήκει, στην ανέλεγκτη από τον ακυρωτικό δικαστή, κρίση της διοικητικής αρχής.

-Η αίτηση των αιτούντων, ως προς τα αιτήματα περί απαλλοτριώσεως ή καταβολής αποζημιώσεως, δεν ήταν πλήρης, διότι, αν και συνοδευόταν από τους τίτλους κτήσεως των ακινήτων των αιτούντων το από Μαρτίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα, Αγρονόμου-Τοπογράφου Μηχανικού, δεν περιείχε τα στοιχεία που ήταν αναγκαία κατά νόμον για την τεκμηρίωση των ανωτέρω αιτημάτων τους και, κατ’επέκταση, για τη δημιουργία υποχρεώσεως της Διοικήσεως να τα εξετάσει και να απαντήσει επ’ αυτών και ιδίως δε δεν περιείχε (α) αναφορά του πολεοδομικού καθεστώτος της περιοχής και των επιτρεπόμενων χρήσεων γης ή περιορισμών εκμεταλλεύσεως, καθώς και παράθεση του καθεστώτος, βάσει του οποίου δομούνται, κατά την άποψή τους τα ακίνητά τους, όπως ίσχυαν προ της επιβολής των απαγορεύσεων που θέσπισε το έτος 2003 η Διοίκηση για τα συγκεκριμένα ακίνητα, (β) αναφορά των προπαρασκευαστικών ενεργειών στις οποίες οι αιτούντες είχαν τυχόν προβεί προς εκμετάλλευση και, ιδίως, δόμηση των ακινήτων τους και (γ) στοιχεία περί της εκτιμώμενης εμπορικής αξίας των ακινήτων των αιτούντων. Τα στοιχεία δε αυτά έπρεπε να συνδέονται κατά τρόπο συγκεκριμένο με το αίτημα προς αποζημίωση ή απαλλοτρίωση και να το τεκμηριώνουν προσηκόντως. Με τα δεδομένα αυτά, η αίτηση των αιτούντων ήταν ατελής και, εν πάση περιπτώσει, ερείδετο σε εσφαλμένη προϋπόθεση ως προς τη θέση των ακινήτων, νομίμως δε απορρίφθηκε σιωπηρώς από τη Διοίκηση.

Πηγή : nomosphysis.org.gr


05-01-19


 Οι επιτρεπόμενες με την οικοδομική άδεια εργασίες πρέπει, κατ’ αρχήν, να περατωθούν εντός των χρονικών ορίων της ισχύος της, ήτοι εντός τετραετίας από την έκδοσή της, μετά δε την πάροδο τετραετίας, δεν επιτρέπεται πλέον εκ του νόμου η εκτέλεση των προβλεπόμενων από την οικοδομική άδεια εργασιών, εκτός αν η οικοδομική άδεια αναθεωρηθεί για την παράταση της ισχύος της.

Επιτρέπεται, εξάλλου, και παράταση της εν λόγω τετραετίας για τους προβλεπόμενους λόγους με απόφαση του Νομάρχη που εκδίδεται με τις προϋποθέσεις του νόμου. Δηλαδή, αν, εντός της παραπάνω τετραετίας, διακοπούν οι οικοδομικές εργασίες για λόγους ανωτέρας βίας ή για λόγους που δεν οφείλονται στους ενδιαφερόμενους, επιτρέπεται να παραταθεί η χρονική ισχύς της άδειας από την άρση των ανωτέρω λόγων, συνεπώς, και μετά τη λήξη της ισχύος της άδειας, και για όσο χρονικό διάστημα οι λόγοι αυτοί υφίσταντο κατά τη διάρκεια της ανωτέρω τετραετίας, οπότε επιτρέπεται, περαιτέρω, και η αναθεώρηση της άδειας, μετά την παράταση της ισχύος της, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι, πάντως οι πράξεις παράτασης της χρονικής ισχύος και της αναθεώρησης της άδειας αφορούν εργασίες επιτρεπόμενες κατά το πολεοδομικό καθεστώς που ίσχυε κατά την αρχική έκδοσή τους.

Οικοδομικές άδειες που έχουν χορηγηθεί, χωρίς να έχει προηγουμένως θεσπισθεί αναστολή εκδόσεώς τους ενόψει τροποποίησης του Γενικού Πολεοδομικού σχεδίου εκτελούνται ως προς την επιτρεπόμενη από την άδεια χρήση όπως εκδόθηκαν. Σ’ αυτήν ειδικά την περίπτωση δεν μπορεί να παρεμβληθεί και να ορίσει το αντίθετο, με κανονιστική της διάταξη, η πράξη έγκρισης σχεδίου του πολεοδομικού σχεδιασμού, δηλαδή το Γ.Π.Σ. ή η πολεοδομική μελέτη. Οίκοθεν νοείται ότι υπάρχει εξ ορισμού ένα απώτατο μεταβατικό όριο ανοχής το καταλαμβάνει υφιστάμενες χρήσεις, πολλώ δε μάλλον και χρήσεις που θα εγκατασταθούν βάσει των οικοδομικών αδειών που χορηγήθηκαν. Το χρονικό αυτό όριο το ορίζει ο κανονιστικός νομοθέτης με την πράξη έγκρισης του Γ.Π.Σ. ή της πολεοδομικής μελέτης και το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο της πενταετίας από τον χρόνο έγκρισης του οικείου σχεδίου. Με αυτά τα χαρακτηριστικά, το σύστημα, και συγκεκριμένα το πλαίσιο που θέτει το άρθρο 26 του ν. 2831/2000, δεν αντιστρατεύεται τον ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό, διότι αφορά είτε σε νομικές είτε σε πραγματικές καταστάσεις που έχουν ήδη δημιουργηθεί με το υφιστάμενο καθεστώς και τις οποίες ο τυπικός νομοθέτης, ενεργώντας στο πλαίσιο των αρχών της ασφάλειας του δικαίου, θεμιτώς επιθυμεί, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, να κατοχυρώσει. Η έννοια, άλλωστε, αυτή της διάταξης στοιχεί και σε διαχρονική μέριμνα του νομοθέτη να μην ανατρέπονται πλήρως, με τήρηση, βεβαίως, παράλληλα και των αρχών του ορθολογικού πολεοδομικού σχεδιασμού, πραγματικές και νομικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί πριν από την, επιβαλλόμενη, τυχόν, με νέο Γ.Π.Σ., αλλαγή χρήσεων γης μιας περιοχής.

Ενόψει της πολυπλοκότητας της διάρκειας και του κόστους της διαδικασίας εκδόσεως και αναθεωρήσεως οικοδομικής αδείας, και μόνη η έκδοση και αναθεώρηση αυτής, έστω και χωρίς την έναρξη εκτελέσεως οικοδομικών εργασιών υπάγεται και αυτή στο προστατευτικό πεδίο των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της χρηστής διοίκησης και της εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι η εκ των υστέρων αιφνιδιαστική ανατροπή των δεδομένων, στα οποία ο δικαιούχος στήριξε, με την έκδοση της οικοδομικής αδείας, συγκεκριμένα, αποτιμητά σε χρήμα, δικαιώματα, προσβάλλει τις αρχές αυτές. Ουδόλως δε αναιρείται ο πολεοδομικός σχεδιασμός στην περίπτωση αυτή, δεδομένου ότι ο πολεοδομικός νομοθέτης, που δεν σχεδιάζει εν κενώ, οφείλει κατά νόμο, να λάβει, αλλά και λαμβάνει εν τοις πράγμασι, υπόψη, τις νομίμως υφιστάμενες και προστατευτέες χρήσεις γης, προσαρμόζοντας αναλόγως, ή και αυστηροποιώντας, αν συντρέχει λόγος, τις λοιπές προβλέψεις του για την μελλοντική πολεοδομική κατάσταση της περιοχής, προκειμένου να επιτευχθεί, συνολικώς ορώμενο, το σκοπούμενο από τον συνταγματικό και τον κοινό νομοθέτη αποτέλεσμα του ορθολογικού πολεοδομικού σχεδιασμού.

Πρόεδρος: Αθ. Ράντος
Εισηγητής: Δ. Βασιλειάδης

Περίληψη Απόφασης από το nomosphysis.org.gr



05-01-19

-Τα ακίνητα μνημεία, που ανάγονται σε περίοδο μεταγενέστερη του 1830, αλλά προγενέστερη των εκάστοτε τελευταίων εκατό ετών, χαρακτηρίζονται ως μνημεία λόγω της αρχιτεκτονικής, πολεοδομικής, κοινίονικής, εθνολογικής, λαογραφικής, τεχνικής, βιομηχανικής ή εν γένει ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους, ο χαρακτηρισμός δε ακινήτου μνημείου είναι δυνατόν να αφορά και τον περιβάλλοντα χώρο ή στοιχεία αυτού. Κατά τον χαρακτηρισμό δεν εξετάζεται ούτε η έκταση των οικονομικών συνεπειών που μπορεί να προκληθούν στους ενδιαφερομένους ούτε η τυχόν επίδραση του χαρακτηρισμού στις νομικές σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, αφού οι κρίσιμες διατάξεις αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή έννομου αγαθού, του οποίου η διαφύλαξη αποτελεί υποχρέωση της Διοίκησης κατά ρητή συνταγματική επιταγή.

-Η νομιμότητα των διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ελέγχεται από τον ακυρωτικό δικαστή τόσο ως προς την πληρότητα της αιτιολογίας, όσο και ευθέως για την ορθή εφαρμογή του νόμου, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου διαπιστώνεται, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι συντρέχουν τα κριτήρια που προβλέπονται από το νόμο για τον χαρακτηρισμό. Για τον χαρακτηρισμό ακινήτου ως μνημείου δεν απαιτείται να συντρέχουν όλα τα κριτήρια που μνημονεύονται στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περ. β του ν. 3028/2002, αλλά αρκεί η συνδρομή οποιουδήποτε από τα κριτήρια αυτά. Εφόσον υφίσταται η απαιτούμενη επιστημονική τεκμηρίωση, ως μνημείο μπορεί να χαρακτηρισθεί και το επιβεβαιωμένο, βάσει των υπαρχουσών υλικών μαρτυριών και λοιπών ενδείξεων και τεκμηρίων, ίχνος της συλλογικής ή ατομικής δραστηριότητας του ανθρώπου, το οποίο έχει καλυφθεί από μεταγενέστερες επεμβάσεις, ιδίως όταν τελεί σε
σχέση εγγύτητας και ενότητας με τις υπάρχουσες υλικές μαρτυρίες.

-Ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 3028/2002 διότι δεν επιτρέπεται ο χαρακτηρισμός των μη σωζόμενων ιχνών κατασκευών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι τα μέλη του ΚΣΝΜ έκριναν ότι από τις σωζόμενες, σε μεγάλα τμήματα, υλικές μαρτυρίες (λιθόστρωτα ή μη τμήματα του μονοπατιού 3, όδευση, αλώνια, βρύση), σε συνδυασμό και με τις διαπιστώσεις της αυτοψίας που πραγματοποίησε ο Αναπληρωτής Προϊστάμενος της ΥΝΜΕΤΕΔΕ, προκύπτουν τεκμηριωμένα η ύπαρξη του μονοπατιού, το οποίο διατηρείται κατά τμήματα, και η διαδρομή του κατά το παρελθόν στην περιοχή της Κάτω Βέργας. Το γεγονός δε ότι τμήμα του εν λόγω μονοπατιού 3 είχε καταστραφεί σε ορισμένες θέσεις από την κατασκευή αγωγού και κοινοτικής οδού, δεν καθιστά μη νόμιμη την προσβαλλομένη, δεδομένου ότι ο χαρακτηρισμός της διαδρομής ως μνημείου και ως προς τα μη σωζόμενα τμήματα του μονοπατιού, τα οποία όμως τελούσαν σε σχέση εγγύτητας με τα υφιστάμενα τμήματα, συνιστά μαρτυρία της διαδρομής του, η οποία συμβάλλει στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και ενισχύει, με τον τρόπο αυτό, την αυθεντικότητα των υπαρχουσών υλικών μαρτυριών ως προς την οργάνωση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής των κατοίκων της περιοχής στο απώτερο παρελθόν. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

-Ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη δεν αιτιολογείται επαρκώς ως προς τον χαρακτηρισμό του επίμαχου μονοπατιού ως προγενέστερου των τελευταίων 100 ετών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι η αμφιβολία που είχε ανακύψει εξ αρχής ως προς τη χρονολόγηση του επίμαχου μονοπατιού αφορούσε αν αυτό ήταν προγενέστερο του 1830 και αν θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως αρχείο μνημείο, και όχι ως προς τον χαρακτηρισμού του ως μνημείου των εκάστοτε τελευταίων εκατό ετών

Περίληψη Αποφασης από nomosphysis.org.gr



08-09-18
Ευθυνη Διαχεριστή ιστοσελίδας για σχόλια χρηστών. Σε περιπτώσεις προσβολής της προσωπικότητας που διενεργείται μέσω μίας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 13 του ΠΔ 131/2003, σε κάθε φορέα παροχής υπηρεσιών της ΚτΠ. Το δικάζον δικαστήριο θα πρέπει μάλιστα σε υποθέσεις όπου κρίνονται κείμενα τα οποία αναρτήθηκαν στο χώρο φιλοξενίας της σχετικής ιστοσελίδος να αναφέρει αν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 13 ΠΔ 131/2003, υπό την ρυθμιστική εμβέλεια του οποίου έπρεπε να κριθεί η ένδικη διαφορά.


08-09-18
ΣτΕ 3530/2017 (Τμ. Ε΄)
Πρόεδρος: Α. Θεοφιλοπούλου, Αντιπρόεδρος ΣτΕ
Εισηγητής: Μ. Τριπολιτσιώτη, Πάρεδρος ΣτΕ
Δικηγόροι: Ε. Γκαράνη, Πάρεδρος ΝΣΚ, Ε.-Μ. Μπίμπα

 Κατά τον έλεγχο των οικοδομών σύμφωνα με τις διατάξεις περί επικινδύνων οικοδομών και κατά την επιλογή των κατάλληλων μέσων αποτροπής του κινδύνου, τα ελεγχόμενα κτήρια πρέπει να εξετάζονται και να αξιολογούνται και από μορφολογική, αρχιτεκτονική, αισθητική και ιστορική άποψη, η δε σχετική περιγραφή και αξιολόγηση συνιστά ουσιώδες στοιχείο της αιτιολογίας των σχετικών εκθέσεων. Κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η Διοίκηση δεν υποχρεούται κατ΄ αρχήν να ανακαλεί ούτε και τις παράνομες πράξεις της. Η άρνηση ανάκλησης έχει εκτελεστό χαρακτήρα, αν εκδηλωθεί ύστερα από νέα έρευνα του πραγματικού της υποθέσεως, αφού ληφθούν υπ΄ όψη νέα ουσιώδη στοιχεία.


08-09-18
Οδοί. Η κατάργηση υφισταμένου και η δημιουργία νέου οδικού δικτύου συνιστά άσκηση αρμοδιότητας οιονεί πολεοδομικού σχεδιασμού και οι αναφυόμενες διαφορές υπάγονται στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Ε’ Τμήματος του ΣτΕ. Διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί για την πραγματοποίηση έργων οδοποιίας που αφορούν οδούς εκτός σχεδίων πόλεων ή ορίων οικισμών και αγροτικές οδούς. Αποκλείεται η διάνοιξη, διαπλάτυνση και κατάργηση οδών βάσει εντετοπισμένων εκτιμήσεων με γνώμονα την εξυπηρέτηση τοπικής ανάγκης. Για τη δόμηση ακινήτων εκτός σχεδίου απαιτείται αυτά να έχουν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο νομίμως υφιστάμενο, μη προκύψαντα από ιδιωτική βούληση. Επιτρέπεται, κατ΄ εξαίρεση, η αναγνώριση από τη Διοίκηση κοινοχρήστων χώρων, κειμένων εκτός σχεδίου πόλεως, ως σχηματισθέντων από ιδιώτες προ της θέσεως σε ισχύ των απαγορευτικών διατάξεων του ΚΒΠΝ. Η ύπαρξη δημοτικής ή κοινοτικής ή αγροτικής οδού είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται παρεμπιπτόντως από την αρμόδια για την έκδοση οικοδομικής άδειας πολεοδομική υπηρεσία. Ο Δήμος αναρμοδίως ενέκρινε την κατάργηση και τη δημιουργία αγροτικών οδών, διότι η σχετική αρμοδιότητα ασκείται με πράξη του αρμόδιου για τον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό κρατικού οργάνου. Αναρμοδίως ο Δήμος επελήφθη του ζητήματος της δημιουργίας κοινοχρήστων χώρων αγροτικών οδών με παραχώρηση ιδιωτικών εκτάσεων της αιτούσας και ορθά ακυρώθηκε η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου με την προσβαλλόμενη πράξη της Επιτροπής. Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση με την αρ. 4990/2014 απόφαση του ΣτΕ.


linkedin twitter
 
 
site created and hosted by