ΣτΕ 442/2014 κάμερες - κοινόχρηστοι χώροι
ΚΑΜΕΡΕΣ. ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΟΙ ΧΩΡΟΙ. Εγκατάσταση καμερών ασφαλείας από ιδιώτη (κατάστημα) στο χώρο αεροδρομίου. Έκταση επιτρεπτής κάλυψης των χώρων του αεροδρομίου και αρχή της αναλογικότητας στη συλλογή δεδομένων.

ΣτΕ 442/2014 (Τμ. Δ΄)  


Πρόεδρος: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος ΣτΕ

Εισηγήτρια: Ο. Νικολαράκου, Πάρεδρος ΣτΕ

Δικηγόροι: Σ. Μιχαηλίδου

Διατάξεις: άρθρα 4, 5, 21 Ν 2472/1997



[…] 4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύπτουν τα εξής: Η Διεύθυνση Αερολιμένων της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.), με την υπ’αριθμ. 668/24.2.2004 αναφορά της προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ζήτησε να εξετασθεί η νομιμότητα της εγκαταστάσεως από την αιτούσα εταιρεία κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης στους χώρους του Κρατικού Αερολιμένα Ιωαννίνων, τους οποίους είχε μισθώσει από την Υ.Π.Α. και στους οποίους λειτουργούσε κυλικείο και κατάστημα πώλησης ειδών λαϊκής τέχνης. Κατόπιν του σχετικού επιτοπίου ελέγχου που διενεργήθηκε, στις 28.6.2004, από ελεγκτή της Αρχής, διαπιστώθηκε ότι είχαν τοποθετηθεί δύο (2) κάμερες στο χώρο του κυλικείου, μία (1) κάμερα στην αποθήκη της επιχείρησης και μία (1) κάμερα στην αίθουσα αναχωρήσεων, όπου η αιτούσα διατηρούσε το κατάστημα πώλησης ειδών λαϊκής τέχνης. Η κάμερα στην αίθουσα αναχωρήσεων ήταν σταθερή και είχε τοποθετηθεί σε θέση που κάλυπτε και τις πύλες επιβίβασης των επιβατών στα αεροσκάφη καθώς και τον χώρο αναμονής. Η μια κάμερα που βρισκόταν στο κυλικείο ήταν περιστρεφόμενη και από τη θέση, όπου είχε τοποθετηθεί, ήταν δυνατή η καταγραφή της κίνησης των επιβατών κατά τη διάρκεια του ελέγχου τους από τις αστυνομικές αρχές του αεροδρομίου λίγο πριν την επιβίβασή τους στο αεροσκάφος. Η δεύτερη κάμερα του κυλικείου ήταν σταθερή, διέθετε μικρόφωνο και από τη συνδεσμολογία της με την κεντρική μονάδα του συστήματος παρακολούθησης διαπιστώθηκε ότι γινόταν μετάδοση των συνομιλιών από τον χώρο του κυλικείου. Περαιτέρω δε, στο πόρισμα του ελέγχου σημειώνεται ότι δεν είχαν τοποθετηθεί πινακίδες προς ενημέρωση του κοινού για τη λειτουργία του κυκλώματος παρακολούθησης στους χώρους του κυλικείου και του καταστήματος ειδών λαϊκής τέχνης. Εν όψει των ανωτέρω διαπιστώσεων και αφού εκλήθη προηγουμένως η αιτούσα να εκθέσει τις απόψεις της, με την υπ’ αριθμ. 3/2005 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επεβλήθη εις βάρος της πρόστιμο ύψους 20.000 ευρώ για παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 4, 6 και 11 του Ν 2472/1977. Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η απεγκατάσταση του επιμάχου κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, επετράπη δε μόνον η διατήρηση της κάμερας που ήταν εγκατεστημένη στον χώρο της αποθήκης της επιχείρησης. Ακολούθως, η ως άνω απόφαση της Αρχής ανεκλήθη με την 73/2011 όμοια απόφαση, επειδή διαπιστώθηκε ότι είχε εμφιλοχωρήσει τυπική πλημμέλεια κατά την διαδικασία εκδόσεώς της και, συγκεκριμένα, επειδή κατά την συνεδρίαση, κατά την οποία ελήφθη η απόφαση αυτή, είχε μετάσχει ως εισηγητής (χωρίς δικαίωμα ψήφου) υπάλληλος του Τμήματος Ελεγκτών. Μετά την ανάκληση της προαναφερθείσης αποφάσεως η αιτούσα εκλήθη εκ νέου σε ακρόαση για τις ως άνω αποδιδόμενες σε αυτήν παραβάσεις, η ακρόαση δε αυτή έλαβε χώρα κατά την συνεδρίαση της 20.1.2012 της Αρχής. Κατόπιν αυτών, εξεδόθη η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία κρίθηκε ότι η αιτούσα εταιρεία παραβίασε τις διατάξεις α) του άρθρου 6 του Ν 2472/1997, δεδομένου ότι η λειτουργία του επιμάχου κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης δεν γνωστοποιήθηκε στην Αρχή, β) του άρθρου 11 του Ν 2472/1997, δεδομένου ότι δεν είχαν τοποθετηθεί ενημερωτικές πινακίδες για την λειτουργία του κυκλώματος και γ) των άρθρων 4 και 5 παρ. 2 στοιχ. ε) του Ν 2472/1997, καθ’ όσον τα δεδομένα που συλλέγονταν μέσω του κυκλώματος παρακολούθησης ήταν περισσότερα από όσα ήταν αναγκαία για την ικανοποίηση του σκοπού της προστασίας προσώπων και αγαθών. Ειδικότερα, η Αρχή δέχθηκε ότι, σύμφωνα με όσα δήλωσε ο εκπρόσωπος της αιτούσης εταιρείας, η εγκατάσταση του επιμάχου κυκλώματος παρακολούθησης αποσκοπούσε στην προστασία της επιχείρησης από κλοπές των εμπορευμάτων και των εισπράξεών της, έκρινε, όμως, ότι συλλέγονταν περισσότερα δεδομένα από όσα ήταν αναγκαία για την ικανοποίηση του σκοπού αυτού, εφ’ όσον οι δύο από τις τέσσερις κάμερες που είχαν τοποθετηθεί ελάμβαναν εικόνα από χώρους εκτός των εγκαταστάσεων της αιτούσης, ενώ η εταιρεία είχε τοποθετήσει και μικρόφωνο στο χώρο του κυλικείου που κατέγραφε τους διαλόγους μεταξύ των υπαλλήλων και των πελατών, τα συλλεγόμενα δε δεδομένα ήχου και εικόνας χρησιμοποιούνταν ως στοιχεία για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς των εργαζομένων. Για τις ανωτέρω παραβάσεις η Αρχή επέβαλε εις βάρος της αιτούσης πρόστιμο ύψους 10.000 ευρώ, αφού έλαβε υπ’όψιν την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, το γεγονός ότι η τελευταία είχε συμμορφωθεί με την ανακληθείσα υπ’αριθμ. 3/2005 απόφαση της Αρχής καθώς και ότι τα καταστήματα της αιτούσης δεν λειτουργούν πλέον στον Κρατικό Αερολιμένα Ιωαννίνων.

5. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη εξεδόθη κατά παράβαση της «αρχής του επικαίρου», μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου από την τέλεση των αποδιδομένων στην αιτούσα παραβάσεων καθώς και μετά την πλήρη συμμόρφωσή της προς το διατακτικό της υπ’ αριθμ. 3/2005 απόφαση της Αρχής και την αποχώρησή της από τα επίδικα καταστήματα του Κρατικού Αερολιμένα Ιωαννίνων. Σύμφωνα, όμως, με τα ανωτέρω εκτεθέντα, η πράξη επιβολής του προστίμου για τις αποδιδόμενες στην αιτούσα παραβάσεις εξεδόθη, αρχικώς, το έτος 2005, κατόπιν του ελέγχου που διενεργήθηκε από τον ελεγκτή της Αρχής στις εγκαταστάσεις της αιτούσης, τον Ιούνιο του 2004, η δε σχετική πράξη ανακλήθηκε για τυπικούς λόγους το έτος 2011 και ακολούθησε η έκδοση, το έτος 2012, της προσβαλλομένης πράξεως περί επιβολής προστίμου εις βάρος της αιτούσης για τις ίδιες παραβάσεις. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσβαλλόμενη πράξη εξεδόθη μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου από την τέλεση των επιμάχων παραβάσεων, ενώ, άλλωστε, κατά την επιμέτρηση του τελικώς επιβληθέντος προστίμου, ελήφθη υπ’όψιν τόσο η συμμόρφωση της αιτούσης προς την προηγουμένη απόφαση της Αρχής, όσο και το γεγονός ότι η αιτούσα έχει αποχωρήσει από τις εγκαταστάσεις του Κρατικού Αερολιμένα Ιωαννίνων. Συνεπώς, ο ως άνω λόγος της αιτούσης είναι απορριπτέος.

6. Επειδή, προβάλλεται ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης πράξεως πάσχει, διότι δεν εξετάζεται, εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες, κατά τις διατάξεις του Ν 2472/1997, είναι επιτρεπτή η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η εγκατάσταση του επιμάχου κυκλώματος παρακολούθησης ήταν νόμιμη, δεδομένου ότι αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση θεμιτού σκοπού, δηλαδή, στην πρόληψη κλοπών των εμπορευμάτων και των εισπράξεων από τα καταστήματά της στους χώρους του αεροδρομίου. Στην προσβαλλομένη απόφαση, όμως, αναφέρεται ότι η ένδικη κύρωση επεβλήθη στην αιτούσα, μεταξύ άλλων, για παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 2 του Ν 2472/1997, επειδή διαπιστώθηκε ότι τα δεδομένα που συλλέγονταν με την τοποθέτηση του επιμάχου κυκλώματος παρακολούθησης ήταν περισσότερα από όσα ήταν αναγκαία για την εξυπηρέτηση του σκοπού, τον οποίο επικαλέσθηκε η αιτούσα για την δικαιολόγηση της εγκαταστάσεως του κυκλώματος αυτού. Συγκεκριμένα, από το πόρισμα που συνετάγη κατόπιν του επιτοπίου ελέγχου που διενεργήθηκε από τον ελεγκτή της Αρχής, προκύπτει ότι οι δύο από τις τέσσερις κάμερες του κυκλώματος, από την θέση στην οποία είχαν τοποθετηθεί, ελάμβαναν εικόνα και από χώρους εκτός των εγκαταστάσεων της αιτούσης, ενώ, επιπλέον, είχε τοποθετηθεί και μικρόφωνο στον χώρο του κυλικείου, το οποίο κατέγραφε διαλόγους μεταξύ των υπαλλήλων της αιτούσης και πελατών. Προκύπτει, επομένως, ότι η ένδικη κύρωση επεβλήθη, μεταξύ άλλων, διότι η αιτούσα, σε κάθε περίπτωση, δεν τήρησε την καθιερούμενη με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν 2472/1997 αρχή της αναλογικότητας, η οποία διέπει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για την εξυπηρέτηση σκοπών συνδεομένων με την προστασία προσώπων και αγαθών. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η αιτιολογία της προσβαλλομένης πράξεως ως προς την στοιχειοθέτηση της παραβάσεως των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 2 του Ν 2472/1997 παρίσταται νόμιμη και επαρκής, ενώ τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την αιτούσα πρέπει να απορριφθούν.

7. Επειδή, εξ άλλου, η ανωτέρω παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 21 του Ν 2472/1997 δεν αποκλείει την επιβολή ενιαίου προστίμου για περισσότερες παραβάσεις της νομοθεσίας περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Συνεπώς, νομίμως επεβλήθη με την προσβαλλόμενη πράξη ενιαίο πρόστιμο εις βάρος της αιτούσης εταιρείας για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις των άρθρων 6, 11 και 4 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν 2472/1997. Περαιτέρω, εν όψει των περισσοτέρων παραβάσεων που απεδόθησαν στην αιτούσα και της βαρύτητας των παραβάσεων αυτών, το ποσό του επιβληθέντος προστίμου (10.000 ευρώ) δεν παρίσταται δυσανάλογο. Επομένως, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την αιτούσα είναι απορριπτέα, καθώς και η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της.

[Απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως.]
Νομικά Νέα
02-09-19
Αίτηση προσωρινής διακοπής λειτουργίας σταθμών κινητής τηλεφωνίας και απομάκρυνσης εγκατεστημένων κεραιών και μηχανημάτων. Εκπομπή επικίνδυνης ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από βάσεις κινητής τηλεφωνίας. Απαράδεκτο το αίτημα περί απειλής προσωπικής κράτησης, εφόσον δεν στρέφεται κατά συγκεκριμένου προσώπου. Ανάγκη λήψης ειδικών μέτρων προφύλαξης όταν υπάρχουν επαρκείς λόγοι να θεωρείται ότι η εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας δημιουργεί κινδύνους ανεπανόρθωτης σωματικής και ψυχικής βλάβης. Αρχές αναλογικότητας και οικονομικής ελευθερίας. Δεκτή.




02-09-19

Σημαντική απόφαση  του ΣτΕ δίνει τις κατευθύνσεις για την οριοθέτηση οικισμών σε όλη την επικράτεια, ακυρώνει ως «ανεφάρμοστες» και «αντισυνταγματικές» τις οριοθετήσεις και τις επεκτάσεις ορίων οικισμών, που έχουν γίνει σε πολλές εκατοντάδες οικισμούς,  με πράξεις της διοίκησης (υπουργείου, νομαρχών κλπ) και αποφάσεις Δήμων και θέτει τις πολεοδομικές υπηρεσίες, προ αυξημένων ευθυνών για την έκδοση οικοδομικών αδειών, σε αυτές τις περιοχές.

Το συνολικό κείμενο της απόφασης θα αναρτηθεί μετά την καθαρογραφή της απόφασης. 

Πηγή: Νόμος & Φύση



13-06-19
 Η τοποθέτηση κεραιών κινητής τηλεφωνίας στο μισθωμένο χώρο δώματος πολυκατοικίας, παραβιάζει τον κανονισμό της πολυκατοικίας που θέτει περιορισμούς και απαγορεύσεις φέρουσες το χαρακτήρα δουλείας που αντιτάσσονται και κατά τρίτων – μισθωτών. Αναγνωρίζει τους ενάγοντες δικαιούχους πραγματικής δουλείας με περιεχόμενο την απαγόρευση της χρήσης του δουλεύοντος ως επαγγελματικού χώρου και την απαγόρευση χρήσης που θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των ενοίκων της πολυκατοικίας. Υποχρεώνει τις εναγόμενες εταιρίες κινητής τηλεφωνίας να άρουν την προσβολή, διατάσσει διακοπή λειτουργίας των σταθμών βάσης και καθαίρεση κεραίας κινητής τηλεφωνίας. Η προσβολή του δικαιώματος δουλείας συνιστά αδικοπραξία – επιδίκαση ηθικής βλάβης στους ενάγοντες.


13-06-19
Οικονομική ελευθερία – Δικαίωμα στην υγεία – Απαγόρευση καπνίσματος στους κλειστούς χώρους καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος – Ανίσχυρη διάταξη νόμου περί εξαίρεσης από την απαγόρευση με την καταβολή οικονομικού ανταλλάγματος (τέλους)

Lawspot.gr


04-06-19
  Αντιστυνταγματική η εξαίρεση οικιστικών πυκνώσεων από δασικούς χάρτες.


03-06-19
Δεν είναι έγκυρη η καταρτιση δικαιοπραξίας με αντικείμενο την αποκλειστική χρήση θέσεων στάθμευσης σε πιλοτή σε τρίτους εφόσον αυτοί δεν έχουν στην κυριότητα τους αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία στην πολυκατοικία. Αρνητική αγωγή. 


03-06-19
Προστασία προσωπικών Δεδομένων. Έννοια αρχείου Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα κατά τον Ν. 2472/1997. Περιπτώσεις όπου κατ εξαίρεση και κατόπιν άδειας της αρμοδίας αρχής επιτρέπεται η χρήση προσωπικών δεδομένων άνευ συγκατάθεσης του δικαιούχου αυτών. Τέτοια περίπτωση συνιστά όταν τα προσωπικά δεδομένα που συλλέγονται και επεξεργάζονται είναι τα απολύτως απαραίτητα, αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου κατ` αναλογική εφαρμογή της νομοθεσίας για τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από δικηγόρους στα πλαίσια παροχής νομικών υπηρεσιών προς τους εντολείς τους δεν απαιτείται άδεια της αρχής ενώ οι τελευταίοι δεσμεύονται από το επαγγελματικό τους απόρρητο να μην διαβιβάζουν ή κοινοποιούν αυτά σε τρίτους καθ υπέρβαση της εντολής του πελάτη τους. Τυχόν παράνομη χρήση προσωπικών δεδομένων επιφέρει ποινικές κυρώσεις κατά του υπαιτίου αλλά και αστική ευθύνη προς αποζημίωση του παθόντος. Αντισυνταγματική η νομοθετική πρόβλεψη ελάχιστου ποσού επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης επί παράνομης χρήσης προσωπικών δεδομένων. Ορθώς το εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση λόγω επιδίκασης υπέρογκου ποσού χρηματικής ικανοποίησης ένεκα ηθικής βλάβης υπέρ των αναιρεσιβλήτων και εν συνεχεία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή τους καθότι ο αναιρεσείων ορθώς έλαβε αντίγραφο ποινικής απόφασης που περιείχε προσωπικά δεδομένα τους ως δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος στην δεδομένη δίκη αλλά εσφαλμένα χρησιμοποίησε αυτή άνευ αδείας της αρμόδιας αρχής σε προσωπική του υπόθεση και καθ υπέρβαση της εντολής του πελάτη του. Απορρίπτει αναίρεση κατά της υπ` αριθμ. 22/ΕΡ-ΔΙ/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.


linkedin twitter
 
 
site created and hosted by