ΣτΕ 3174/2014 Αντισυνταγματική η παράταση της παραγραφής διατάξεως του άρθρου 85 (παρ. 1 και 4) του ν. 2676/1999
Με την διάταξη του άρθρου 85 παρ. 1 του ν. 2676/1999 «παρατάθηκε» ο χρόνος παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου οι οποίες, κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (5.1.1999), είχαν ήδη, από 31.12.1998, υποπέσει στη δεκαετή παραγραφή του άρθρου 102 παρ. 1 περ. α του ν.δ. 118/1973.

Η διάταξη αυτή του ν. 2676/1999, καθώς αφορά παραγεγραμμένες αξιώσεις των οποίων η παραγραφή είχε αρχίσει πριν από το προηγούμενο της δημοσιεύσεώς της οικονομικό έτος, είναι ανίσχυρη, ως αντικείμενη στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος.
Είναι δε άνευ σημασίας, από την άποψη αυτή, ότι η εν λόγω διάταξη, προσλαμβάνοντας, κατά την παράγραφο 4 του ίδιου νόμου, αναδρομική ισχύ, από 23.11.1998, εμφανίζεται πλασματικά να ισχύει σε χρόνο κατά τον οποίο οι σχετικές αξιώσεις δεν είχαν ακόμη παραγραφεί.

Το διοικητικό εφετείο, απορρίπτοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση έφεση του Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία, κατ’ αποδοχή της προσφυγής της αναιρεσίβλητης, είχαν ακυρωθεί οι εν λόγω πράξεις, έκρινε ότι οι πράξεις αυτές ήταν ακυρωτέες γιατί είχαν επιδοθεί στην αναιρεσίβλητη μετά την παραγραφή της σχετικής αξιώσεως του Δημοσίου, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 102 παρ. 1 περ. α του ν.δ. 118/1972, είχε, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, συμπληρωθεί στις 31.12.1998· οι δε διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 1 και 4 του ν. 2676/1999, με τις οποίες είχε μετά ταύτα παραταθεί αναδρομικά ο χρόνος της παραγραφής, ήταν αντισυνταγματικές και ανίσχυρες.


ΣτΕ  3174/2014

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Ν. Σακελλαρίου, Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Χρ. Ράμμος, Γ. Παπαγεωργίου, Ι. Μαντζουράνης, Δ. Σκαλτσούνης, Α. - Γ. Βώρος, Ι. Γράβαρης, Σπ. Μαρκάτης, Φ. Ντζίμας, Β. Καλαντζή, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Πισπιρίγκος, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Ηλ. Μάζος, Χρ. Ντουχάνης, Β. Κίντζιου, Σύμβουλοι, Δ. Βασιλειάδης, Ο. Βασιλάκη, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι.

Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Φ. Ντζίμας και Α. Καλογεροπούλου, καθώς και ο Πάρεδρος Δ. Βασιλειάδης μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

2. Επειδή, η υπόθεση συζητήθηκε αρχικά στο Β΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο, με την 3936/2013 απόφασή του, αφού έκρινε την αίτηση αναιρέσεως παραδεκτή, με τη σκέψη μεταξύ άλλων, ότι, σύμφωνα με το ισχύον κατά την άσκησή της άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009 (Α΄112), θέτει το σπουδαίο, κατά το άρθρο αυτό, νομικό ζήτημα της συνταγματικότητας της περί παρατάσεως της παραγραφής διατάξεως του άρθρου 85 (παρ. 1 και 4) του ν. 2676/1999, θεώρησε περαιτέρω ότι η εν λόγω διάταξη αντίκειται στο Σύνταγμα και παρέπεμψε, κατόπιν αυτού, το ζήτημα στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 100 παρ. 5 του Συντάγματος.

4. Επειδή, στο άρθρο 78 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους στις οποίες αναφέρεται ο φόρος. 2. Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε.».

5. Επειδή, η πρόβλεψη στο νόμο ότι με την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος παραγράφεται η αξίωση του Δημοσίου για τη βεβαίωση και επιβολή συγκεκριμένου φόρου, συνιστά, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του πιο πάνω άρθρου 78 του Συντάγματος, ουσιαστικό στοιχείο της οικείας φορολογικής ενοχής.

Μετά τη συμπλήρωση, επομένως, του εν λόγω διαστήματος και τη συνακόλουθη παραγραφή των αντίστοιχων φορολογικών αξιώσεων, νομοθετική ρύθμιση η οποία θα «παρέτεινε», ως προς τις αξιώσεις αυτές, το χρόνο της παραγραφής, τροποποιώντας έτσι αναδρομικά, εις βάρος των φορολογουμένων, το νομοθετικό καθεστώς βάσει του οποίου είχε λήξει η υποχρέωσή τους, θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος· διότι, με την τελευταία αυτή διάταξη, ο συνταγματικός νομοθέτης, θεσπίζοντας για την επιβολή εν γένει των φορολογικών βαρών καθεστώς ιδιαίτερης ασφάλειας δικαίου και προστασίας της εμπιστοσύνης, απαγορεύει την αναδρομική νομοθετική διαμόρφωση του ουσιαστικού περιεχομένου των φορολογικών σχέσεων, εφ’ όσον άγει σε επιβάρυνση της θέσης των φορολογουμένων, η δε ισχύς της οικείας αναδρομικής διατάξεως εκτείνεται πέραν του οικονομικού έτους που προηγείται της δημοσιεύσεώς της. Κατά συνέπεια, διάταξη νόμου περί «παρατάσεως», κατά τ’ ανωτέρω, του χρόνου παραγραφής φορολογικών αξιώσεων οι οποίες ήταν ήδη παραγεγραμμένες κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού και των οποίων η έναρξη της παραγραφής είναι προγενέστερη του προηγούμενου της δημοσιεύσεως οικονομικού έτους, θα ήταν ανίσχυρη ως αντικείμενη στις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις.

Αν και κατά τη γνώμη του Συμβούλου Σ. Μαρκάτη, οι εν λόγω διατάξεις του άρθρου 78 του Συντάγματος αναφέρονται στην ίδια τη νομοθετική θέσπιση ορισμένου φόρου και δεν καταλαμβάνουν περαιτέρω ζητήματα περί τη βεβαίωση του φόρου αυτού σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως είναι το ζήτημα της παραγραφής των σχετικών φορολογικών αξιώσεων.

Συνεπώς, κατά την εν λόγω γνώμη, περίπτωση παρατάσεως του χρόνου παραγραφής φορολογικής αξιώσεως, δεν ρυθμίζεται από τις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις. Θα ήταν όμως, και κατά τη γνώμη αυτή, ανίσχυρη διάταξη όπως η ανωτέρω, περί αναδρομικής «παρατάσεως» του χρόνου παραγραφής παραγεγραμμένων ήδη αξιώσεων, καθώς θα αντέκειτο στην απορρέουσα από το Σύνταγμα αρχή του κράτους δικαίου και, ειδικότερα, στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου.

6. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 102 του ν.δ. 118/1973 «Περί Κώδικος φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων» ( Α΄ 202), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 820/1978 (Α΄ 174) και το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 1249/1982 (Α΄43), ορίζεται ότι «Το Δημόσιον εκπίπτει του δικαιώματος αυτού δια την κοινοποίησιν πράξεως επιβολής φόρου και προστίμου: α) προκειμένου για ανακριβή δήλωση, μετά από την πάροδο δεκαετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο υποβλήθηκε η δήλωση». Ακολούθως, στο ν. 2676/1999 («Οργανωτική και λειτουργική αναδιάρθρωση των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις», Α΄ 1/5.1.1999) ορίσθηκαν, στο άρθρο 85, υπό τον τίτλο «Θέματα φορολογίας κεφαλαίου – ληξιπρόθεσμων χρεών», τα εξής: «1. Ο χρόνος παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου, ο οποίος συμπληρώνεται την 31η Δεκεμβρίου 1998 παρατείνεται μέχρι και την 30ή Ιουνίου 1999 για υποθέσεις φόρου μεταβίβασης […μεταξύ άλλων] αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής ή προίκας, για τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις […] της παραγράφου 1α του άρθρου 102 του ν.δ. 118/1973 (ΦΕΚ 202 Α).[ ...] 4. Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος άρθρου αρχίζει από 23.11.1998».

7. Επειδή, με την ως άνω διάταξη του άρθρου 85 παρ. 1 του ν. 2676/1999 «παρατάθηκε» ο χρόνος παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου οι οποίες, κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (5.1.1999), είχαν ήδη, από 31.12.1998, υποπέσει στη δεκαετή παραγραφή του άρθρου 102 παρ. 1 περ. α του ν.δ. 118/1973.

Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα στη σκέψη 5, η διάταξη αυτή του ν. 2676/1999, καθώς αφορά παραγεγραμμένες αξιώσεις των οποίων η παραγραφή είχε αρχίσει πριν από το προηγούμενο της δημοσιεύσεώς της οικονομικό έτος, είναι ανίσχυρη, ως αντικείμενη στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος.

Είναι δε άνευ σημασίας, από την άποψη αυτή, ότι η εν λόγω διάταξη, προσλαμβάνοντας, κατά την παράγραφο 4 του ίδιου νόμου, αναδρομική ισχύ, από 23.11.1998, εμφανίζεται πλασματικά να ισχύει σε χρόνο κατά τον οποίο οι σχετικές αξιώσεις δεν είχαν ακόμη παραγραφεί. …

Το διοικητικό εφετείο, απορρίπτοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση έφεση του Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία, κατ’ αποδοχή της προσφυγής της αναιρεσίβλητης, είχαν ακυρωθεί οι εν λόγω πράξεις, έκρινε ότι οι πράξεις αυτές ήταν ακυρωτέες γιατί είχαν επιδοθεί στην αναιρεσίβλητη μετά την παραγραφή της σχετικής αξιώσεως του Δημοσίου, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 102 παρ. 1 περ. α του ν.δ. 118/1972, είχε, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, συμπληρωθεί στις 31.12.1998· οι δε διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 1 και 4 του ν. 2676/1999, με τις οποίες είχε μετά ταύτα παραταθεί αναδρομικά ο χρόνος της παραγραφής, ήταν αντισυνταγματικές και ανίσχυρες.

Η κρίση αυτή περί αντισυνταγματικότητας, ανεξαρτήτως της ειδικότερης θεμελιώσεώς της στις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης, είναι, κατά τα εκτεθέντα στις προηγούμενες σκέψεις, ορθή, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Νομικά Νέα
02-09-19
Αίτηση προσωρινής διακοπής λειτουργίας σταθμών κινητής τηλεφωνίας και απομάκρυνσης εγκατεστημένων κεραιών και μηχανημάτων. Εκπομπή επικίνδυνης ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από βάσεις κινητής τηλεφωνίας. Απαράδεκτο το αίτημα περί απειλής προσωπικής κράτησης, εφόσον δεν στρέφεται κατά συγκεκριμένου προσώπου. Ανάγκη λήψης ειδικών μέτρων προφύλαξης όταν υπάρχουν επαρκείς λόγοι να θεωρείται ότι η εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας δημιουργεί κινδύνους ανεπανόρθωτης σωματικής και ψυχικής βλάβης. Αρχές αναλογικότητας και οικονομικής ελευθερίας. Δεκτή.




02-09-19

Σημαντική απόφαση  του ΣτΕ δίνει τις κατευθύνσεις για την οριοθέτηση οικισμών σε όλη την επικράτεια, ακυρώνει ως «ανεφάρμοστες» και «αντισυνταγματικές» τις οριοθετήσεις και τις επεκτάσεις ορίων οικισμών, που έχουν γίνει σε πολλές εκατοντάδες οικισμούς,  με πράξεις της διοίκησης (υπουργείου, νομαρχών κλπ) και αποφάσεις Δήμων και θέτει τις πολεοδομικές υπηρεσίες, προ αυξημένων ευθυνών για την έκδοση οικοδομικών αδειών, σε αυτές τις περιοχές.

Το συνολικό κείμενο της απόφασης θα αναρτηθεί μετά την καθαρογραφή της απόφασης. 

Πηγή: Νόμος & Φύση



13-06-19
 Η τοποθέτηση κεραιών κινητής τηλεφωνίας στο μισθωμένο χώρο δώματος πολυκατοικίας, παραβιάζει τον κανονισμό της πολυκατοικίας που θέτει περιορισμούς και απαγορεύσεις φέρουσες το χαρακτήρα δουλείας που αντιτάσσονται και κατά τρίτων – μισθωτών. Αναγνωρίζει τους ενάγοντες δικαιούχους πραγματικής δουλείας με περιεχόμενο την απαγόρευση της χρήσης του δουλεύοντος ως επαγγελματικού χώρου και την απαγόρευση χρήσης που θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των ενοίκων της πολυκατοικίας. Υποχρεώνει τις εναγόμενες εταιρίες κινητής τηλεφωνίας να άρουν την προσβολή, διατάσσει διακοπή λειτουργίας των σταθμών βάσης και καθαίρεση κεραίας κινητής τηλεφωνίας. Η προσβολή του δικαιώματος δουλείας συνιστά αδικοπραξία – επιδίκαση ηθικής βλάβης στους ενάγοντες.


13-06-19
Οικονομική ελευθερία – Δικαίωμα στην υγεία – Απαγόρευση καπνίσματος στους κλειστούς χώρους καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος – Ανίσχυρη διάταξη νόμου περί εξαίρεσης από την απαγόρευση με την καταβολή οικονομικού ανταλλάγματος (τέλους)

Lawspot.gr


04-06-19
  Αντιστυνταγματική η εξαίρεση οικιστικών πυκνώσεων από δασικούς χάρτες.


03-06-19
Δεν είναι έγκυρη η καταρτιση δικαιοπραξίας με αντικείμενο την αποκλειστική χρήση θέσεων στάθμευσης σε πιλοτή σε τρίτους εφόσον αυτοί δεν έχουν στην κυριότητα τους αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία στην πολυκατοικία. Αρνητική αγωγή. 


03-06-19
Προστασία προσωπικών Δεδομένων. Έννοια αρχείου Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα κατά τον Ν. 2472/1997. Περιπτώσεις όπου κατ εξαίρεση και κατόπιν άδειας της αρμοδίας αρχής επιτρέπεται η χρήση προσωπικών δεδομένων άνευ συγκατάθεσης του δικαιούχου αυτών. Τέτοια περίπτωση συνιστά όταν τα προσωπικά δεδομένα που συλλέγονται και επεξεργάζονται είναι τα απολύτως απαραίτητα, αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου κατ` αναλογική εφαρμογή της νομοθεσίας για τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από δικηγόρους στα πλαίσια παροχής νομικών υπηρεσιών προς τους εντολείς τους δεν απαιτείται άδεια της αρχής ενώ οι τελευταίοι δεσμεύονται από το επαγγελματικό τους απόρρητο να μην διαβιβάζουν ή κοινοποιούν αυτά σε τρίτους καθ υπέρβαση της εντολής του πελάτη τους. Τυχόν παράνομη χρήση προσωπικών δεδομένων επιφέρει ποινικές κυρώσεις κατά του υπαιτίου αλλά και αστική ευθύνη προς αποζημίωση του παθόντος. Αντισυνταγματική η νομοθετική πρόβλεψη ελάχιστου ποσού επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης επί παράνομης χρήσης προσωπικών δεδομένων. Ορθώς το εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση λόγω επιδίκασης υπέρογκου ποσού χρηματικής ικανοποίησης ένεκα ηθικής βλάβης υπέρ των αναιρεσιβλήτων και εν συνεχεία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή τους καθότι ο αναιρεσείων ορθώς έλαβε αντίγραφο ποινικής απόφασης που περιείχε προσωπικά δεδομένα τους ως δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος στην δεδομένη δίκη αλλά εσφαλμένα χρησιμοποίησε αυτή άνευ αδείας της αρμόδιας αρχής σε προσωπική του υπόθεση και καθ υπέρβαση της εντολής του πελάτη του. Απορρίπτει αναίρεση κατά της υπ` αριθμ. 22/ΕΡ-ΔΙ/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.


linkedin twitter
 
 
site created and hosted by