AΠ (ποιν)126/2003 Ηχορύπανση, Κέντρα Διασκέδασης

Υγειονομικές παραβάσεις. Ηχορύπανση. Κέντρα διασκέδασης. Αδεια λειτουργίας και υγειονομικός έλεγχος. Αυτοτελής ισχυρισμός περί ακυρότητας του φύλλου ελέγχου λόγω σύνταξης αυτού από αναρμόδια όργανα ανάγεται σε έλλειψη της προδικασίας και ιδρύει λόγο σχετικής ακυρότητας, που πρέπει να προτείνεται μέχρι την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ακόμα και εάν λόγω της ταχύτητας εκδίκασης των επ΄ αυτοφόρω καταληφθέντων πλημμελημάτων δεν μπόρεσεγια σοβαρό λόγο να προταθεί, ορθώς και αιτιολογημένως απορρίφθηκε ο σχετικός προταθείς πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας αυτοτελής ισχυρισμός. Αρμοδιότητα υγειονομικών και αστυνομικών οργάνων για έλεγχο της ηχορύπανσης από θορύβους μουσικής σε κέντρα διασκεδάσεως σύμφωνα με τηνΥγειονομική Διάταξη 3010/1985.

 

Αριθμός 126/2003

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
 
          Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Μιχαήλ Καρατζά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, 
Αριστείδη Κρομμύδα, Θεόδωρο Μπάκα, Χρήστο Μπαβέα-Εισηγητή και Χρύσανθο 
Παπούλια, Αρεοπαγίτες.
 
          Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 
2002, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Ζορμπά 
(γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέας Ελένης Σταθούλια, για να 
δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ................., 
κατοίκου Ταξιάρχη Χαλκιδικής,  που εκπροσωπήθηκε  από  τον πληρεξούσιο  
δικηγόρο του Δούκα Καλογήρου, περί  αναιρέσεως της 2590/2001 απόφασης του 
Μονομελούς Πλημ/κείου Πολυγύρου.
 
   Το  Μονομελές Πλημ/κείο Πολυγύρου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε 
όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί 
την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2001 
αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 
1693/2001.
 
Αφού άκουσε
 
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα 
σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε  να απορριφθεί η 
προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
 
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
 
1.- Στο άρθρο 504 παρ.1 του ΚΠΔ ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι όταν ο νόμος δεν 
ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης 
που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση. Από τη διάταξη αυτή 
προκύπτει, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ότι το "ανέκκλητο" της αποφάσεως, 
συνεπεία του οποίου μπορεί να ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως, σκοπείται εν σχέσει 
προς τον αναιρεσείοντα και όχι εν σχέσει προς όλους τους διαδίκους. Επομένως, 
η αναίρεση δεν είναι απαράδεκτη αν στρέφεται κατά αποφάσεως που, όπως 
απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, 
μπορεί, όμως, να προσβληθεί με έφεση από συγκατηρούμενό του ή από τον 
Εισαγγελέα (άρθρα 489 και 490 παρ.1 ΚΠΔ). Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση 
αναιρέσεως στρέφεται κατά της αποφάσεως 2590/2001 του Μονομελούς 
Πλημμελειοδικείου Πολυγύρου, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε 
ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) ημερών, η οποία ανεστάλη επ` τριετία, για 
παράβαση υγειονομικής διατάξεως (άρθρο 11 παρ.10 ν.2307/1995= άρθρο 25 παρ.10 
του κωδ. ΠΔ 410/1995). Η απόφαση αυτή, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με 
έφεση από τον αναιρεσείοντα, αφού η ποινή φυλακίσεως δεν υπερβαίνει τις 30 
ημέρες (πρβλ. άρθρο 489 παρ.1 στοιχ. β` του ΚΠΔ). Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση 
αναιρέσεως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, είναι παραδεκτή, σύμφωνα με όσα 
προαναφέρθηκαν, αν και μπορούσε να προσβληθεί με έφεση από τον εισαγγελέα 
κατά την απαγγελία της.
 
Κατά την γνώμη όμως, του εκ των μελών του δικαστηρίου τούτου Θεοδώρου Μπάκα, 
Αρεοπαγίτου, έδει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη, δια τους εξής 
λόγους: Κατά το άρθρο 504 παρ.1 ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει άλλως, αίτηση 
αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως, που, όπως απηγγέλθη, δεν 
προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου, ύστερα από 
άσκηση εφέσεως, δικαστηρίου, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο απεφάνθη 
τελειωτικώς για την κατηγορία ή έπαυσεν οριστικώς ή εκήρυξεν απαράδεκτη την 
δίωξη. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 490 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ο εισαγγελεύς 
πλημμελειοδικών και ο εισαγγελεύς εφετών μπορούν να προσβάλλουν με έφεση κάθε 
καταδικαστική απόφαση των μονομελών πλημμελειοδικείων της περιφερείας τους 
είτε υπέρ είτε εναντίον του καταδικασθέντος. Εν προκειμένω, με την 
προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης 
κατεδικάσθη ο αναιρεσείων σε ποινή φυλακίσεως 20 ημερών, ανασταλείσα επί 
τριετία, για την αποδοθείσαν σε αυτόν παράβαση του άρθρου 11 
παρ.10ν.2307/1995. Η απόφαση αυτή, ως έχει απαγγελθεί, δεν υπόκειται μεν σε 
έφεση εκ μέρους του αναιρεσείοντος, πλην το ένδικο αυτό μέσου δύναται να 
ασκηθεί, κατά τα προδιαληφθέντα, εκ μέρους τον εισαγγελέως πλημμελειοδικών 
και του εισαγγελέως εφετών (άρθρο 490 παρ.1 ΚΠΔ) και συνεπώς, αφού υπόκειται 
εις έφεση εκ μέρους των τελευταίων τούτων, δεν υπόκειται σε αναίρεση ούτε εκ 
μέρους της αναιρεσειούσης, δι`ό και ήτο η αίτηση αυτή απορριπτέα ως 
απαράδεκτη.
 
2.- Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ 
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται 
και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο 
δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ και 
τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για 
καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη 
μείωση της ποινής.
 
3.- Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά 
την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος-
κατηγορουμένου πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, προέτεινε 
τον ισχυρισμό περί ακυρότητας του φύλλου ελέγχου θορύβου (η κατηγορία ήταν 
για ηχορύπανση), διότι συνετάγη από αναρμόδια όργανα. Το Μονομελές 
Πλημμελειοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό 
αυτό με την εξής αιτιολογία: " Κατά τη διάταξη του άρθρου 170 ΚΠΔ, η 
ακυρότητα μιας πράξης ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο 
όταν αυτό ορίζεται ρητά από το νόμο. Εκτός από τις αναφερόμενες στο άρθρο 171 
περιπτώσεις (απόλυτης) ακυρότητας, που λαμβάνονται και αυτεπαγγέλτως υπ` όψη 
από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο, κάθε 
σχετική ακυρότητα (δηλαδή όχι από τις συμπεριλαμβανόμενες στο προαναφερθέν 
άρθρο), μπορεί να προταθεί από τον εισαγγελέα ή από το διάδικο που έχει 
συμφέρον (άρθρο 173 ΚΠΔ). Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της 
προδικασίας, πρέπει να προταθεί έως το τέλος της, δηλαδή το αργότερο μέχρι 
την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου.
 
   Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος που παραπέμφθηκε στο 
ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, να δικαστεί για παράβαση της υγειονομικής 
διατάξεως που προβλέπεται από τα άρθρα 1,3, 4 παρ.2, 10 της με αρ.Α5/3010/85 
Υ.Δ σε συνδυασμό με το άρθρο 11 παρ.10 του Ν.2307/1995, κατά τη διαδικασία 
των άρθρων 417 επ. του ΚΠΔ, κατά την έναρξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, 
πρότεινε με αυτοτελή ισχυρισμό την ακυρότητα του, με αρ. Πρωτοκόλλου 1031 3 3 
8-7-2001, φύλλου ελέγχου θορύβου, που συνέταξαν οι σε αυτό αναφερόμενοι 
αστυνομικοί του Α.Τ Αγίου Νικολάου και του Α.Σ Νέου Μαρμαρά Χαλκιδικής, για 
το λόγο ότι ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα που δεν είχαν αρμοδιότητα. Ο 
ισχυρισμός αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος για το λόγο ότι, αν και, 
αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας, προτάθηκε μετά από την παραπομπή του 
κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου.
 
Αλλά ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι, λόγω της ταχύτητας, που διέπει την 
εκδίκαση των πλημμελημάτων που καταλαμβάνονται επ` αυτοφώρω, για σοβαρό λόγο 
δεν μπόρεσε ο κατηγορούμενος να προτείνει την ακυρότητα αυτή, και πάλι ο εν 
λόγω ισχυρισμός του θα ήταν απορριπτέος για τους εξής λόγους:
 
  Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 1 του ΑΝ 2520/1940, περί 
υγειονομικών διατάξεων: "Προς προστασίαν της δημοσίας υγείας ων γένει 
επιτρέπεται η έκδοση υγειονομικών διατάξεων, ως η εκτέλεσις δύναται ν` 
ανατίθεται εις αστυνομικά, υγειονομικά ή άλλα δημόσια όργανα". Κατόπιν 
εξουσιοδοτήσεως που δόθηκε από την ως άνω διάταξη, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 
ΑΙβ`8577/24-8-1983 (ΦΕΚ 526/24-9-1983 τ.Β) απόφαση του Υφυπουργού Υγείας 
(Υγειονομική Διάταξη), στη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 1 της οποίας ορίζεται 
ότι: "Υγειονομικός έλεγχος" είναι η λεπτομερής εξέταση από τις αρμόδιες 
Υγειονομικές Υπηρεσίες των τροφίμων, καθώς και των αντικειμένων, των χώρων 
και των εγκαταστάσεων, που παρουσιάζουν υγειονομικό ενδιαφέρον, όπως 
αναλυτικά περιγράφονται κατωτέρω, στο άρθρο 2, για να διαπιστωθούν τυχόν 
δυσμενείς επιδράσεις στη δημόσια Υγεία και στο περιβάλλον γενικότερα. Σκοπός 
του Υγειονομικού ελέγχου είναι η προστασία της Δημόσιας Υγείας". Στο τέταρτο 
εδάφιο του δευτέρου άρθρου της ιδίας Υγειονομικής Διατάξεως, μεταξύ των χώρων 
στους οποίους ασκείται ο Υγειονομικός έλεγχος αναφέρονται ρητά και οι 
αίθουσες δημοσίων θεαμάτων και γενικά τα υγειονομικού ενδιαφέροντος 
καταστήματα.
 
Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 4 της αυτής Υγειονομικής Διατάξεως 
ορίζονται τα αρμόδια όργανα ασκήσεως Υγειονομικού Ελέγχου. Σύμφωνα με αυτές: 
"Η αρμοδιότητα για την άσκηση του Υγειονομικού ελέγχου ανήκει στους 
Υγειονομικούς υπαλλήλους (Υγιεινολόγοι Ιατροί, άλλοι Ιατροί και Επόπτες 
Δημοσίας Υγείας) της Διευθύνσεως Δημοσίας Υγιεινής του Υπουργείου Υγείας και 
Πρόνοιας και των Υγειονομικών Υπηρεσιών των Νομαρχιών. Είναι δυνατό κατά την 
άσκηση του υγειονομικού ελέγχου να συνεργάζονται με τους υπαλλήλους της παρ.1 
του παρόντος και υπάλληλοι άλλων Κρατικών Φορέων (Αστυνομικών Αρχών, 
Υπηρεσιών Κτηνιατρικής, Εμπορίου, ΕΟΤ κ.α.), στην περίπτωση όμως αυτή η 
ευθύνη για τη σωστή διεξαγωγή του ελέγχου τούτου ανήκει κατά κύριο λόγο στους 
αρμόδιους Υγειονομικούς υπαλλήλους.
 
 4.- Δεν επιτρέπεται η άσκηση υγειονομικού ελέγχου από άλλους Κρατικούς 
υπαλλήλους ή υπαλλήλους ΝΠΔΔ ή Οργανισμών χωρίς τη συμμετοχή κατ` αυτόν και 
αρμόδιου Υγειονομικού υπαλλήλου, με εξαίρεση τους ειδικούς για την κάθε 
περίπτωση επιστήμονες υπαλλήλους Κρατικών Φορέων αρμόδιων, βάσει της κειμένης 
νομοθεσίας, δια τον υγειονομικό έλεγχο των τροφίμων και των χώρων παρασκευής, 
επεξεργασίας...ή για σαφώς "καθορισμένους υγειονομικούς ελέγχους, όπως είναι 
ο έλεγχος της ρυπάνσεως του περιβάλλοντος ή ο έλεγχος των εργασιακών χώρων.
Υγειονομικός έλεγχος σε υπαίθριους χώρους, δημόσιους ή ιδιωτικούς, για 
την ανακάλύψη η εξακρίβωση εστιών ρυπάνσεως του περιβάλλοντος και...ασκείται 
και από τα Όργανα των οικείων Αστυνομικών Αρχών ή της Αστυνομίας του οικείου 
Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφόσον η άσκηση του ελέγχου τούτου ανήκει 
στη δικαιοδοσία και των Υπηρεσιών αυτών..".
Επίσης, στις διατάξεις του μεν πρώτου εδαφίου της παρ.1 του άρθρου 41 της 
ως άνω ΥΔ αναφέρεται ο ορισμός του Κέντρου Διασκεδάσεως, σύμφωνα με τον 
οποίο, τέτοιου είδους Κέντρο είναι ο στεγασμένος ή ακάλυπτος χώρος 
συγκεντρώσεως του κοινού για την παρακολούθηση καλλιτεχνικού κυρίως μουσικού 
προγράμματος, στο δε δεύτερο εδάφιο της ιδίας παραγράφου ορίζει ότι δεν 
θεωρούνται Κέντρα Διασκεδάσεως τα καταστήματα των άρθρων 37, 38 και 39, στα 
οποία κατόπιν άδειας της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής και σύμφωνα με τις 
ισχύουσες σχετικές Αστυνομικές Διατάξεις, γίνεται χρήση ορισμένων έγχορδων 
μουσικών οργάνων.. ή στερεοφωνικού μικρής ισχύος, για τη δημιουργία 
ευχάριστης ατμόσφαιρας.
 
   Τέλος, στο τελευταίο άρθρο της ως άνω Υ.Δ "αναφέρεται ότι η εκτέλεση αυτής 
ανατίθεται στα αρμόδια, σύμφωνα με το άρθρο 4 αυτής Κρατικά Οργανα. 
Επακολούθησε η έκδοση της υπ` αριθ.3010/85 ΦΕΚ 593 τ.β. 2-10-1985 (ΦΕΚ 
4.τ.β/15-1-1986) υγειονομικής Διατάξεως, περί προστασίας της Δημόσιας Υγείας 
από θορύβους μουσικής των Κέντρων Διασκεδάσεως και λοιπών καταστημάτων, 
σκοπός της οποίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου ένα αυτής, είναι ο 
"υγειονομικός έλεγχος και η λήψη μέτρων προστασίας της Δημόσιας υγείας από 
θορύβους που δημιουργούνται στα κέντρα διασκέδασης κλπ καταστήματα, μόνο από 
μουσικά.
 
   Στις διατάξεις της Υγειονομικής αυτής Διατάξεως αναφέρεται αναλυτικά ποια 
πρέπει να είναι η απαιτούμενη ηχομόνωση ενός στεγασμένου Κέντρου Διασκεδάσεως 
(άρθρο 3), ποια η επιτρεπόμενη ηχητική στάθμη λειτουργίας στα Κέντρα 
Διασκεδάσεως και ποια στα λοιπά καταστήματα με μουσική (άρθρο 4) καθώς και οι 
διαδικασίες μετρήσεων αυτών (Παράρτημα 1). Ειδικότερα και σχετικά με τον 
τρόπο μετρήσεων, στο άρθρο 2, 2.1. του Παραρτήματος Ι της ιδίας ΥΔ ορίζεται 
ρητά: "Ηχόμετρα". Το ηχόμετρο που θα χρησιμοποιηθεί σ` όλες τις μετρήσεις 
πρέπει να είναι σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προτύπου ΕΛΟΤ 69" στη δε 
διάταξη του άρθρου 11 αυτής ότι: "η εκτέλεση ανατίθεται στα αρμόδια 
υγειονομικά και Αστυνομικά Όργανα".
 
   Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 2 του ΠΔ 180/19 
Φεβρ./10 Μαρτίου 1979 (ΦΕΚ.Α`46). Περί των όρων λειτουργίας καταστημάτων 
πωλήσεως οινοπνευματωδών ποτών και κέντρων διασκεδάσεως όπως αντικαταστάθηκε 
από το άρθρο 1 του ΠΔ 457/8-14 Δεκεμβρίου 1990 (ΦΕΚ Α` 175): "Η Αρχή που 
χορηγεί την άδεια λειτουργίας των κέντρων διασκεδάσεως και καταστημάτων που 
αναφέρονται στην παρ.1 του άρθρου 1 του παρόντος, καθώς και των λοιπών 
καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος στα οποία σύμφωνα με τις ισχύουσες 
κάθε φορά Υγειονομικές Διατάξεις προσφέρονται οινοπνευματώδη ποτά για άμεση 
εντός αυτών κατανάλωση, αφαιρεί με απόφασή της τη χορηγηθείσα άδεια και 
σφραγίζει το κατάστημα για χρονικό διάστημα 10 μέχρι 60 ημερών, εφόσον:
 
 α. Βεβαιώθηκαν από αστυνομικούς 3 συνολικά παραβάσεις, εντός έτους, των 
διατάξεων του άρθρ.4 του παρόντος, των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά για 
την κοινή ησυχία, τη λειτουργία μουσικής χωρίς άδεια, την παραβίαση των όρων 
και προϋποθέσεων της κατεχόμενης άδειας λειτουργίας μουσικής και το ωράριο 
λειτουργίας του καταστήματος..".
 
   Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι, αρμόδιοι υπάλληλοι 
για την άσκηση υγειονομικού ελέγχου στα καταστήματα υγειονομικού 
ενδιαφέροντος είναι κυρίως οι Υγειονομικοί υπάλληλοι (Υγιεινολόγοι Ιατροί, 
άλλοι Ιατροί και Επόπτες Δημοσίας Υγείας), οι οποίοι είναι δυνατόν κατά την 
άσκηση του υγειονομικού ελέγχου να συνεργάζονται με Αστυνομικές Αρχές, στην 
τελευταία, όμως, περίπτωση, η ευθύνη για τη σωστή διεξαγωγή του ελέγχου 
ανήκει, κατά κύριο λόγο, στους αρμόδιους Υγειονομικούς Υπαλλήλους.
   Πάντως, υγειονομικός έλεγχος σε υπαίθριους, δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους, 
ασκείται και από τα όργανα των οικείων αστυνομικών αρχών, εφόσον η άσκηση του 
ελέγχου τούτου ανήκει στη δικαιοδοσία και των Υπηρεσιών. Ειδικά για τον 
έλεγχο της ηχορύπανσης που δημιουργείται από τους θορύβους μουσικής των 
κέντρων Διασκεδάσεως και των λοιπών καταστημάτων ορίζει διεξοδικά η 
προαναφερθείσα υπ` αριθ. 3010/85 Υγειονομική Διάταξη, σύμφωνα με την οποία 
όλου του είδους οι μετρήσεις της υπερβάσεως του ανωτάτου επιτρεπτού ορίου της 
ηχητικής στάθμης λειτουργίας των κέντρων διασκεδάσεως και των λοιπών 
καταστημάτων με μουσική, γίνονται αποκλειστικά με ηχόμετρα - ορισμένου τύπου, 
(βλ.σχ. και την υπ` αριθ. 17/1-11-1999 γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου 
Πάγου). Στην υγειονομική αυτή Διάταξη δεν ορίζεται ρητά ποιοι υπάλληλοι είναι 
αρμόδιοι για τη μέτρηση της ηχορύπανσης από μουσική αλλά στην ακροτελεύτια 
διάταξη της ορίζεται ότι, η εκτέλεση  της ανατίθεται στα αρμόδια Υγειονομικά 
και αστυνομικά όργανα.
 
   Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός που πρότεινε, δια 
του συνηγόρου του, ο κατηγορούμενος..". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο 
της ουσίας διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 
139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του ως 
άνω ισχυρισμού. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο 
υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
 
          4. - Η έλλειψη αξιολόγησης των αποδείξεων και η εσφαλμένη εκτίμηση 
αυτών δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ως αναγόμενη 
στην κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. 
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν ήταν 
υπεύθυνος του καταστήματος (από το οποίο προήλθε η ηχορύπανση), αλλά όπως 
αποδείχθηκε ο αναφερόμενος ιδιοκτήτης του καταστήματος, και επομένως το 
δικαστήριο χωρίς αιτιολογία τον καταδίκασε. Ο λόγος αυτός από το άρθρο 510 
παρ.1 στοιχ.Δ` του ΚΠΔ, είναι απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω αιτίαση δεν 
συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, ως αναγόμενη στην αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα 
πράγματα κρίση του δικαστηρίου.
 
          5.- Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να 
καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. 
 
ΓΙΑ  ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
 
Απορρίπτει την από 17-7-2001 αίτηση του ................ για αναίρεση της 
αποφάσεως 2590/2001 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πολυγύρου.
 
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια 
δέκα (210.00) Ευρώ.
 
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα  στις 17 Δεκεμβρίου 2002. Και
 
Δημοσιεύθηκε  στην Αθήνα,  σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 
Ιανουαρίου 2003.
 
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Νομικά Νέα
02-09-19
Αίτηση προσωρινής διακοπής λειτουργίας σταθμών κινητής τηλεφωνίας και απομάκρυνσης εγκατεστημένων κεραιών και μηχανημάτων. Εκπομπή επικίνδυνης ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από βάσεις κινητής τηλεφωνίας. Απαράδεκτο το αίτημα περί απειλής προσωπικής κράτησης, εφόσον δεν στρέφεται κατά συγκεκριμένου προσώπου. Ανάγκη λήψης ειδικών μέτρων προφύλαξης όταν υπάρχουν επαρκείς λόγοι να θεωρείται ότι η εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας δημιουργεί κινδύνους ανεπανόρθωτης σωματικής και ψυχικής βλάβης. Αρχές αναλογικότητας και οικονομικής ελευθερίας. Δεκτή.




02-09-19

Σημαντική απόφαση  του ΣτΕ δίνει τις κατευθύνσεις για την οριοθέτηση οικισμών σε όλη την επικράτεια, ακυρώνει ως «ανεφάρμοστες» και «αντισυνταγματικές» τις οριοθετήσεις και τις επεκτάσεις ορίων οικισμών, που έχουν γίνει σε πολλές εκατοντάδες οικισμούς,  με πράξεις της διοίκησης (υπουργείου, νομαρχών κλπ) και αποφάσεις Δήμων και θέτει τις πολεοδομικές υπηρεσίες, προ αυξημένων ευθυνών για την έκδοση οικοδομικών αδειών, σε αυτές τις περιοχές.

Το συνολικό κείμενο της απόφασης θα αναρτηθεί μετά την καθαρογραφή της απόφασης. 

Πηγή: Νόμος & Φύση



13-06-19
 Η τοποθέτηση κεραιών κινητής τηλεφωνίας στο μισθωμένο χώρο δώματος πολυκατοικίας, παραβιάζει τον κανονισμό της πολυκατοικίας που θέτει περιορισμούς και απαγορεύσεις φέρουσες το χαρακτήρα δουλείας που αντιτάσσονται και κατά τρίτων – μισθωτών. Αναγνωρίζει τους ενάγοντες δικαιούχους πραγματικής δουλείας με περιεχόμενο την απαγόρευση της χρήσης του δουλεύοντος ως επαγγελματικού χώρου και την απαγόρευση χρήσης που θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των ενοίκων της πολυκατοικίας. Υποχρεώνει τις εναγόμενες εταιρίες κινητής τηλεφωνίας να άρουν την προσβολή, διατάσσει διακοπή λειτουργίας των σταθμών βάσης και καθαίρεση κεραίας κινητής τηλεφωνίας. Η προσβολή του δικαιώματος δουλείας συνιστά αδικοπραξία – επιδίκαση ηθικής βλάβης στους ενάγοντες.


13-06-19
Οικονομική ελευθερία – Δικαίωμα στην υγεία – Απαγόρευση καπνίσματος στους κλειστούς χώρους καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος – Ανίσχυρη διάταξη νόμου περί εξαίρεσης από την απαγόρευση με την καταβολή οικονομικού ανταλλάγματος (τέλους)

Lawspot.gr


04-06-19
  Αντιστυνταγματική η εξαίρεση οικιστικών πυκνώσεων από δασικούς χάρτες.


03-06-19
Δεν είναι έγκυρη η καταρτιση δικαιοπραξίας με αντικείμενο την αποκλειστική χρήση θέσεων στάθμευσης σε πιλοτή σε τρίτους εφόσον αυτοί δεν έχουν στην κυριότητα τους αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία στην πολυκατοικία. Αρνητική αγωγή. 


03-06-19
Προστασία προσωπικών Δεδομένων. Έννοια αρχείου Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα κατά τον Ν. 2472/1997. Περιπτώσεις όπου κατ εξαίρεση και κατόπιν άδειας της αρμοδίας αρχής επιτρέπεται η χρήση προσωπικών δεδομένων άνευ συγκατάθεσης του δικαιούχου αυτών. Τέτοια περίπτωση συνιστά όταν τα προσωπικά δεδομένα που συλλέγονται και επεξεργάζονται είναι τα απολύτως απαραίτητα, αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου κατ` αναλογική εφαρμογή της νομοθεσίας για τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από δικηγόρους στα πλαίσια παροχής νομικών υπηρεσιών προς τους εντολείς τους δεν απαιτείται άδεια της αρχής ενώ οι τελευταίοι δεσμεύονται από το επαγγελματικό τους απόρρητο να μην διαβιβάζουν ή κοινοποιούν αυτά σε τρίτους καθ υπέρβαση της εντολής του πελάτη τους. Τυχόν παράνομη χρήση προσωπικών δεδομένων επιφέρει ποινικές κυρώσεις κατά του υπαιτίου αλλά και αστική ευθύνη προς αποζημίωση του παθόντος. Αντισυνταγματική η νομοθετική πρόβλεψη ελάχιστου ποσού επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης επί παράνομης χρήσης προσωπικών δεδομένων. Ορθώς το εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση λόγω επιδίκασης υπέρογκου ποσού χρηματικής ικανοποίησης ένεκα ηθικής βλάβης υπέρ των αναιρεσιβλήτων και εν συνεχεία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή τους καθότι ο αναιρεσείων ορθώς έλαβε αντίγραφο ποινικής απόφασης που περιείχε προσωπικά δεδομένα τους ως δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος στην δεδομένη δίκη αλλά εσφαλμένα χρησιμοποίησε αυτή άνευ αδείας της αρμόδιας αρχής σε προσωπική του υπόθεση και καθ υπέρβαση της εντολής του πελάτη του. Απορρίπτει αναίρεση κατά της υπ` αριθμ. 22/ΕΡ-ΔΙ/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.


linkedin twitter
 
 
site created and hosted by