ΜονΠρωτΠρεβεζ 117/2014 Διαθεσιμότητα - Σχολικοί φύλακες
Διαθεσιμότητα. Σχολικοί φύλακες. Sui generis απόλυση υπό προθεσμία στο Δημόσιο Τομέα. Προϋποθέσεις συνταγματικά αποδεκτής κατάργησης οργανικών θέσεων δημοσίων υπαλλήλων. Για να κριθεί το νομοθετικό μέτρο που λήφθηκε πρόσφορο θα έπρεπε να καταρτιστεί οργανόγραμμα και να εξασφαλισθεί ότι το προσωπικό που τίθεται σε διαθεσιμότητα πλεονάζει ή είναι ακατάλληλο για την εκτέλεση που αυτό παρέχει. Οι αιτούντες (προσλήφθηκαν με το ΑΣΕΠ - πρόγραμμα αποκατάστασης ανέργων) δεν ανήκουν στο πλεονάζον προσωπικό καθώς οι υπηρεσίες που προσφέρουν είναι σημαντικές για την σχολική κοινότητα και τέθηκαν σε διαθεσιμότητα με μοναδικό κριτήριο ότι είναι κατηγορία ΔΕ. Μονομερής βλαπτική μεταβολή στην εργασία τους. Η διοικητική αυτοτέλεια των Δήμων που προστατεύεται Συνταγματικά και με βάση τον Ευρωπαϊκό Χάρτη επιβάλλει οι μεταβολές να γίνονται αφού ληφθούν υπόψη, τοπικές ιδιαιτερότητες και υπηρεσιακές ανάγκες των θιγομένων ΟΤΑ και όχι οριζόντια. Η διαθεσιμότητα σημαίνει και μη δυνατότητα στους ενάγοντες να εργάζονται και στους εναγομένους να αποδέχονται την εργασία τους. Η μείωση των αποδοχών λόγω της διαθεσιμότητας σε συνάρτηση με τις προηγούμενες μειώσεις των αποδοχών τους έχει ως συνέπεια τη διακινδύνευση της αξιοπρεπούς διαβίωσής τους. Η επέμβαση του Κράτους για λόγους δημοσίου συμφέροντος πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν. Κρίθηκε ότι το μέτρο της διαθεσιμότητας όπως θεσμοθετήθηκε και επιβλήθηκε είναι αντίθετο με τις αρχές της ανθρώπινης αξίας, της προστασίας της ανάπτυξης της προσωπικότητας, της ισότητας, της προστασίας της εργασίας, της αξιοπρεπούς διαβίωσης και της αρχής της αναλογικότητας κατά το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Νόμιμο το αίτημα να κριθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί. Δεν εφαρμόζονται τα άρθρ 8 ν. 2097/1952, 3 ν.δ. 31/1968 και 909 παρ.1 ΚΠολΔ. Δεκτή η αγωγή. Αναγνωρίζεται ως παράνομη και καταχρηστική η βλαπτική μεταβολή στην εργασία των αιτούντων. Υποχρεώνει τον εναγόμενο να αποδέχεται την εργασία των εναγόντων με τους πριν την θέση σε διαθεσιμότητα όρους. Καταδικάζει σε χρηματική ποινή. Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή.


ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Αποφάσεως 117/2014 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ --------------------------------------------------

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ζωή Γαλούνη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος Πρωτοδικών του Πρωτοδικείου Πρέβεζας και από το Γραμματέα, Χρήστο Μωραϊτη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 04 Μαρτίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση :

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ : 1]....15] , εκ των οποίων η πέμπτη (5η) εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της, Απόστολο Παπακωνσταντίνου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και Γεώργιο Γεωργιάδη του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων και οι λοιποί παραστάθηκαν μετά των ιδίων ως άνω πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ : Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ» (πρωτοβάθμιος Ο.Τ.Α.), που εδρεύει στην Πρέβεζα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του Χρήστο Μπαϊλη, ο οποίος ήταν παρών και παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρο του, Λάζαρο Μυλωνά του Δικηγορικού Συλλόγου Πρέβεζας.

Οι ενάγουσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 22.10.2013 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 635/22.10.2013 αγωγή τους, η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 294 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς συναίνεση του εναγομένου πριν προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, η παραίτηση δε αυτή γίνεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 297 του ίδιου Κώδικα, ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Τέτοια παραίτηση αποτελεί και η δήλωση του ενάγοντος ότι η αγωγή δεν εισάγεται για συζήτηση, η οποία όμως (δήλωση), σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία άποψη, με την οποία συντάσσεται και το Δικαστήριο αυτό, δεν ισοδυναμεί με παραίτηση από το αγωγικό δικόγραφο, αλλά έχει σαφώς διάφορη έννοια και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων δεν επιθυμεί τη συζήτηση της υπόθεσης γι’ αυτόν. Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται να παραιτηθεί από τη διαδικαστική πράξη της κλήσης προς συζήτηση, η παραίτηση δε αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 295 παρ. 1 εδ. α’, 299 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, έχει ως αποτέλεσμα ότι θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε η διαδικαστική πράξη της εγγραφής στο πινάκιο και έτσι επιφέρει το απαράδεκτο της συζητήσεως, εφόσον προϋπόθεση αυτής είναι η προηγούμενη έγκυρη εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο (πρβλ. σχετ. ΑΠ 1261/1989 ΑρχΝομ 1992.204, ΕφΘεσ 367/1989 Αρμ. 1989.558, Βασ. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, τόμος Β’, έκδοση 1994, άρθρο, 294 αρ. 1, 2, 3 και 12, όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της δέκατης (10ης) ενάγουσας, .........................................., δήλωσαν ότι η αγωγή δεν εισάγεται για συζήτηση ως προς την ενάγουσα αυτή. Κατόπιν τούτου και εφόσον σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η δήλωση αυτή αποτελεί παραδεκτή παραίτηση από τη διαδικαστική πράξη της επίσπευσης της συζήτησης και της εγγραφής της στο πινάκιο, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής ως προς τη δέκατη (10η) ενάγουσα.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία. Ειδική πλευρά της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία της εργασίας (ως ατομικό δικαίωμα), δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται και να επιλέγει ελεύθερα το είδος, τον τόπο και το χρόνο της εργασίας του. Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της σύμβασης, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κλπ), όπως προβλέπεται ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συμβιβάζεται κατ΄ αρχήν, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ελευθερία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, καθώς επίσης κατά τις περιπτώσεις που ασκείται εις βάρος της Εθνικής Οικονομίας (άρθρα 5 παρ. 1, 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος, ΟλΑΠ 33/2002, ΟλΑΠ 4/1998). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003). Επιπλέον, από την αρχή της ισότητας, το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ) αλλά και την δημοκρατική αρχή και την αρχή του κράτους δικαίου (άρθρο 25 παρ. 1 Σ), συνάγεται και η συνταγματικής περιωπής αρχή της αξιοκρατίας. Περαιτέρω στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α` 256) και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προααναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημοσίας ωφελείας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο - από - την τυπική - κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ` αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλομένου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλομένου κράτους. Εν όψει των ανωτέρω, περιουσία κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους αποδοχών, εφ` όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις (βλ. αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. Kechko κατά Ουκρανίας, της 8.2.2006, σκέψεις 23 και 26, Vilho Esken και λοιποί κατά Φινλανδίας, της 19.4.2007, σκέψη 94). Επίσης, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η υπόσταση μιας σύμβασης εργασίας, εφ` όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες γι` αυτό υπό του νόμου προϋποθέσεις (ΟλΑΠ 5/2011, ΟλΣτΕ 668/2012, σκ. 34 επ.). Εξ άλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ` αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. αποφάσεις James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21.2.1986, No 8793/79, σκέψη 46, Pressos Compania Naviera S.A. και λοιποί κατά Βελγίου, της 20.11.1995, σκέψη 37, Saarinen κατά Φινλανδίας, της 28.1.2003, Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδος, της 8.7.2004, σκέψη 25 Adrejeva κατά Λετονίας, - της 18.2.2009, σκέψη 83). Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 50).

ΙΙΙ. Η διαθεσιμότητα των εργαζομένων αποτελεί έναν αυτοτελή θεσμό προσωρινής αναστολής της σύμβασης εργασίας με καταβολή του μισού των αποδοχών την οποία μπορεί να επιβάλλει μονομερώς ο εργοδότης και ρυθμίζεται στο άρθρο 10 παρ. 1-3 του ν. 3198/1955, σύμφωνα με το οποίο οι επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις μπορούν, σε περίπτωση περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας τους, να θέτουν σε διαθεσιμότητα τους μισθωτούς τους η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες ετησίως με καταβολή του μισού του μέσου όρου των τακτικών αποδοχών τους των δύο τελευταίων μηνών υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Στο νομοθέτη δεν αποκλείεται να θεσπίσει το θεσμό της διαθεσιμότητας στους εργαζόμενους στο δημόσιο προς το σκοπό της αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών του, ώστε κάποιοι υπάλληλοι να μετακινηθούν σε άλλες υπηρεσίες και κάποιοι άλλοι να αποχωρήσουν, ώστε η χώρα να ανταποκριθεί και στη σχετική δέσμευση της για την αποχώρηση 150.000 δημοσίων υπαλλήλων μέχρι το 2015. Σύμφωνα όμως με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), η επιλογή των εργαζομένων που τίθενται σε μια τέτοια κατάσταση δεν θα πρέπει να είναι ούτε αυθαίρετη, ούτε επιλεκτική, αλλά να γίνει με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά, βάσει των ικανοτήτων, των προσόντων, της απόδοσης, της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και της οικονομικής κατάστασης των υπαλλήλων. Τούτο υπαγορεύει και η αρχή της αξιοκρατίας (άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος), η οποία επιβάλλει, η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις αλλά και η διατήρηση των θέσεων αυτών από τους υπαλλήλους που τις έχουν καταλάβει να γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων (ΣτΕ 2099/2000, 5094/1996, 3675/1996 κ.α.). Περαιτέρω, ο νομοθέτης έχει από το Σύνταγμα ευρύτατη εξουσία οργάνωσης των δημοσίων υπηρεσιών, τόσο ως προς τη δομή τους (σύσταση και κατάργηση Υπουργείων, Γενικών ή Ειδικών Γραμματειών, Γενικών Διευθύνσεων, αυτοτελών υπηρεσιών κ.λ.π.), όσο και ως προς τη σύσταση, την κατάργηση θέσεων και τη βαθμολογική κλίμακα των δημοσίων υπαλλήλων που καταλαμβάνουν τις θέσεις αυτές (ΣτΕ 1715, 1722/1983 (Ολομ.), 2934/1993,3045- 46/1997). Ωστόσο, οι μεταβολές που επιχειρεί ο νομοθέτης στις δομές της δημόσιας διοίκησης πρέπει να είναι προϊόν εμπεριστατωμένης μελέτης βασιζόμενης στις αρχές της διοικητικής επιστήμης, ώστε να τεκμηριώνεται ότι οι νέες ρυθμίσεις είναι ορθολογικές, διαρκείς και αποτελεσματικές και όχι περιστασιακές και αποσπασματικές (Πρ.ΣτΕ 44/2000, 528/1999). Όσον αφορά ειδικότερα τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, η αρχή της διοικητικής αυτοτέλειας, η οποία κατοχυρώνεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 102 του Συντάγματος, αλλά και στον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας (άρθρο 3 παρ. 1), επιβάλλει οι μεταβολές να γίνονται αφού ληφθούν υπόψη, τυχόν, τοπικές ιδιαιτερότητες και υπηρεσιακές ανάγκες των θιγομένων ΟΤΑ και όχι οριζόντια χωρίς αποτυπωμένα στο νόμο κριτήρια αξιολόγησης των οργανωτικών δομών τους (Γ. Σωτηρέλη, γνμδ σε σχέση με τα άρθρα 80,81 και 90 του ν. 4172/2013). Εξάλλου με το άρθρο 90 του ν. 4173/2013 συμπληρώθηκαν οι διατάξεις του θεσμού της διαθεσιμότητας λόγω κατάργησης θέσης προσωπικού ανά κατηγορία, κλάδο ή ειδικότητα. Η διαδικασία της διαθεσιμότητας προβλέφθηκε αρχικά στην υποπαράγραφο 2 του πρώτου άρθρου του ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» και αποτέλεσε θεσμική συνέχεια της εργασιακής εφεδρείας. Πρόκειται για μια διαδικασία προσωρινής διατήρησης των μισθολογικών απολαβών του προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ σε περίπτωση κατάργησης των θέσεών τους, μειωμένων κατά 25%, έως την ενδεχόμενη μεταφορά τους σε άλλες υπηρεσίες του δημοσίου τομέα. Σε περίπτωση που η μεταφορά δεν πραγματοποιηθεί εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, τότε το προσωπικό απολύεται. Σύμφωνα με το άρθρο 80 παρ. 1 του ν.4172/2013 (ΦΕΚ Α 167 23.07.2013) «Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται στους δήμους οι θέσεις της ειδικότητας Σχολικών Φυλάκων ανεξαρτήτως κατηγορίας εκπαίδευσης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Οι υπάλληλοι, των οποίων οι θέσεις καταργούνται και εφόσον κατείχαν τις θέσεις αυτές την 9η Ιουλίου 2013, τίθενται σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012 (Α` 222), όπως ισχύει. Οποιαδήποτε μετάταξη των ανωτέρω υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα έλαβε χώρα μετά την 9η Ιουλίου 2013 είναι αυτοδικαίως άκυρη». Με την παράγραφο 2 του άρθρου 80 του ν.4172/2013 ορίσθηκαν εξαιρέσεις από την ως άνω διάταξη. Ειδικότερα ορίσθηκε ότι «Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν καταλαμβάνει: α) τον υπάλληλο που είναι ανάπηρος σε ποσοστό τουλάχιστον 67% ή πολύτεκνος, κατά την έννοια των παραγράφων 1 έως 3 του άρθρου πρώτου του ν. 1910/1944 (Α` 229), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3454/2006 (Α` 75), εφόσον τα τέκνα, που ορίζονται στις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 1910/1944, συνοικούν με αυτόν και ανήκουν στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., β) τον υπάλληλο του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος ή τέκνο που ανήκει στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., όπως ισχύει, και έχει ετήσια εισοδήματα χαμηλότερα των 12.000 ευρώ και συνοικεί με αυτόν, έχει αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον 67%, γ) τον υπάλληλο, ο οποίος, δυνάμει νόμου ή δικαστικής αποφάσεως, ασκεί κατ` αποκλειστικότητα τη γονική μέριμνα τέκνου, που συνοικεί με αυτόν και ανήκει στην κατηγορία των εξαρτώμενων μελών σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., και έχει ετήσια εισοδήματα χαμηλότερα των 12.000 ευρώ, δ) τον υπάλληλο του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος τίθεται σε διαθεσιμότητα δυνάμει του παρόντος νόμου, ε) τον υπάλληλο, ο οποίος έχει ορισθεί δικαστικός συμπαράστασης δυνάμει δικαστικής αποφάσεως και συνοικεί με τον συμπαραστατούμενο, ο οποίος έχει ετήσια εισοδήματα χαμηλότερα των 12.000 ευρώ. Οι υπάλληλοι που πληρούν τις προϋποθέσεις των περιπτώσεων α` έως ε` καθώς και οι κάτοχοι μεταπτυχιακού ή διδακτορικού διπλώματος εκ των υπαλλήλων της παραγράφου 1 που τίθενται σε διαθεσιμότητα, μετατάσσονται αυτοδικαίως από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις ειδικότητας Διοικητικού με το βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν στο δήμο στον οποίο ανήκε η θέση τους πριν την κατάργηση της με την παράγραφο 1. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 3 του άρθρου 80 του ν. 4172/2013 «Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των υποπαραγράφων Ζ1 και Ζ2 του ν. 4093/2012 (Α` 222)». Περαιτέρω με τις υποπαραγράφους Ζ1 και Ζ2 του ν. 4093/2012 στις οποίες παραπέμπει η παρ. 3 του άρθρου 80 του ν. 4172/2013, όπως η υποπαράγραφος Ζ1 περίπτωση 1 αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 91 του ν. 4172/2013 και η υποπαράγραφος Ζ1 περίπτωση 4 αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 άρθρου 91 του ν. 4172/2013, προβλέπεται η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και η μεταφορά υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοί- κησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και η μεταφορά υπαλλήλων που διατηρούν τη δημοσιοϋπαλληλική τους ιδιότητα των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο δημόσιο τομέα σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. όταν επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας υποδοχής, ιδίως για την κάλυψη άμεσων υπηρεσιακών αναγκών και την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, εφόσον η μετάταξη ή μεταφορά του υπαλλήλου πρέπει να ανταποκρίνεται στην εργασιακή φυσιογνωμία του, όπως δεξιότητες ή επιδόσεις, ηθικές αμοιβές, πειθαρχικές ποινές, τις μακρόχρονες ή συστηματικά επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες ή αδικαιολόγητες απουσίες, λαμβανομένων υπόψη των περιγραμμάτων θέσεων, εφόσον υπάρχουν, και των τυχόν αιτήσεων προτίμησης. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, η θέση των μονίμων πολιτικών υπαλλήλων του Δημοσίου, ανεξαρτήτων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι θέσεις των οποίων καταργούνται, σε καθεστώς διαθεσιμότητας σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012 (Α` 222), όπως ισχύει και εφαρμόζεται ανάλογα, κατά τα προαναφερθέντα, και στην περίπτωση της θέσης σε διαθεσιμότητα των σχολικών φυλάκων με σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, λόγω κατάργησης στους δήμους των θέσεων της αντίστοιχης ειδικότητας, έγινε σε εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016, στο πλαίσιο υποχρεώσεων που έχει αναλάβει το Ελληνικό Δημόσιο, αφενός με την υπογραφή του Μνημονίου Συνεννόησης με την Ευρωπαϊκή Ένωση και εν συνεχεία της από 8.5.2010 σύμβασης δανειακής διευκόλυνσης, αφετέρου δε με την κατάρτιση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 - 2014 (ν. 3986/2011) και 2013 - 2016 (ν. 4093/2012). Οι άνω ρυθμίσεις έχουν κατά το νομοθέτη διττό στόχο, μεταρρυθμιστικό και δημοσιονομικό. Το μέτρο της διαθεσιμότητας, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, απέβλεψε στον εξορθολογισμό και περιορισμό ενός διογκωμένου δημόσιου τομέα, που επιβαρύνει τις δημόσιες δαπάνες και δεν είναι δυνατόν να εξυπηρετηθεί, εντάσσεται στον συνολικό σχεδιασμό αναδιοργάνωσης της δημόσιας διοίκησης και ορθολογικής κατανομής του προσωπικού της (που διαπιστωμένα πλεονάζει σε ορισμένες υπηρεσίες, ενώ άλλες έχουν σοβαρές ελλείψεις), αλλαγή η οποία έχει καταστεί ιδιαίτερα επιτακτική λόγω της πρωτοφανούς δημοσιονομικής κρίσης που διέρχεται η χώρα και αποβλέπει στη βέλτιστη αναδιοργάνωση και αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού του δημοσίου τομέα. Παράλληλα το μέτρο αυτό - επίσης σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση - θα συμβάλλει έμμεσα στην περιστολή δημοσίων δαπανών και ως εκ τούτου αποτελεί τμήμα του ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, λαμβανομένης υπόψη της οξύτατης οικονομικής κρίσης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν κατ` εξοχήν λόγους δημοσίου συμφέροντος. Πλην όμως ο θεσμός της διαθεσιμότητας που θεσπίσθηκε με το ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (ΦΕΚ Α` 222), όπως τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 4 της από 19.11.2012 Π.Ν.Π. (ΦΕΚ Α` 229) - η οποία όμως δεν κυρώθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 43 του Συντάγματος από την Βουλή - και εν συνεχεία με το άρθρο 15 του ν. 4111/2013 (ΦΕΚ Α` 18), το οποίο έχει αναδρομική ισχύ από 19.11.2012 (άρθρο 49 παρ. 3 ν. 4111/2013), εισάγει - όπως και η εργασιακή εφεδρεία των παρ. 3 επ. του άρθρου 34 του ν. 4024/2011 που προηγήθηκε - ένα νέο «sui generis» είδος απόλυσης υπό προθεσμία, το οποίο εφαρμόζεται στον στενό και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (έτσι για τον θεσμό της «εργασιακής εφεδρείας» οι ΜΠρΑθ 4796/2012 ΕΕργΔ 2012.749 και ΜΠρΑθ 7112/2012 ΕΕργΔ 2012.1009). Για την θέση του εργαζομένου σε διαθεσιμότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, λαμβάνονται υπόψη μόνο (α) η κατηγορία εκπαίδευσης και ειδικότητα του εργαζόμενου, (β) η διαδικασία που είχε ακολουθηθεί για την πρόσληψη του, καθώς και (γ) η αναλογία του προσωπικού που πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις για να τεθεί σε διαθεσιμότητα προς τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται στον ίδιο κλάδο και συνολικά στον ίδιο φορέα. Το γεγονός, όμως, ότι ο νόμος προβλέπει ως ενδεχόμενο να μην απολυθεί τελικά ο εργαζόμενος που τίθεται σε διαθεσιμότητα, αλλά αντ` αυτού να μεταταγεί σε άλλη θέση εργασίας στον δημόσιο τομέα - ακόμη και με υποδεέστερα καθήκοντα ή δυσμενέστερους όρους εργασίας - ουδόλως αναιρεί τον χαρακτήρα του θεσμού αυτού ως «sui generis» διαδικασίας απολύσεως. Και αυτό, επειδή η μόνη βέβαιη έννομη συνέπεια που προβλέπεται από το νόμο είναι η λύση της σύμβασης εργασίας με την πάροδο της 13ης Νοεμβρίου 2013, ενώ αντίθετα είναι αβέβαιο αν ο εργαζόμενος που τέθηκε σε διαθεσιμότητα θα μεταταγεί μέχρι τότε. Αν επρόκειτο για διαδικασία κινητικότητας με σκοπό την ορθολογικότερη κατανομή του προσωπικού του δημοσίου τομέα και όχι για διαδικασία απόλυσης, ο νόμος δεν θα προέβλεπε ως έννομη συνέπεια τη λύση των συμβάσεων εργασίας, η οποία προδήλως υπερακοντίζει τον σκοπό αυτό. Αλλά ακόμη κι αν η θέση του εργαζομένου σε διαθεσιμότητα, παρά το γεγονός ότι οδηγεί στη λύση της εργασιακής σχέσης, δεν χαρακτηριζόταν ως διαδικασία απολύσεως, αναμφίβολα επιφέρει αμέσως την αναστολή της εργασιακής σχέσης. Έτσι, καθ` όλη τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, ο εργαζόμενος δεν δύναται πλέον να παρέχει την εργασία του, ούτε ο εργοδότης να την αποδέχεται. Όμως, η παροχή εργασίας αποτελεί δικαίωμα του εργαζομένου, το οποίο ερείδεται επί του δικαιώματος της προσωπικότητας (άρθρο 57 ΑΚ), επί του συνταγματικά προστατευόμενου δικαιώματος για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και επί του ατομικού και κοινωνικού δικαιώματος για εργασία (άρθρα 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος). Επίσης, κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, ο εργαζόμενος υφίσταται δραστικότατη μείωση των αποδοχών του, αφού κατά το έτος που αυτή διαρκεί δικαιούται να λαμβάνει μόνο το 75%. Καθώς μάλιστα πρόκειται για εργαζομένους του στενού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, θα πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι η περικοπή αυτή των αποδοχών του εργαζομένου έρχεται σε συνέχεια των επανειλημμένων δραστικών περικοπών αποδοχών που επέφεραν τα δύο τελευταία έτη οι νόμοι 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011. Έτσι η περικοπή αυτή των αποδοχών του εργαζομένου κατά 25% που συνεπάγεται η θέση σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, δεν μπορεί να κριθεί αυτοτελώς, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι η νέα αυτή δραστική περικοπή κατά 25% των αποδοχών του εργαζομένου επιφέρει δραστική μείωση του βιοτικού επιπέδου του εργαζομένου σωρευτικά με τις προηγούμενες περικοπές αποδοχών. Οι μεταβολές αυτές στη σύμβαση εργασίας, οι οποίες μετά την πάροδο έτους οδηγούν στη λύση της, επέρχονται ανεξάρτητα από την πραγματική βούληση και τις ανάγκες των συμβαλλομένων σε αυτήν μερών. Συνακόλουθα οι προδιαληφθείσες διατάξεις θίγουν κατ` αρχήν στον πυρήνα τους την συμβατική ελευθερία (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και την εργασία ως δικαίωμα στην περιουσία του εργαζομένου κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι λόγοι γενικότερου συμφέροντος, συνιστάμενοι στη δημοσιονομική εξυγίανση του Δημοσίου, θα μπορούσαν ενδεχομένως να δικαιολογήσουν κατ` εξαίρεση την παρέμβαση του νομοθέτη, και πάλι οι επίμαχες διατάξεις δεν αντέχουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας και της συμφωνίας τους με τους ορισμούς της ΕΣΔΑ. Και αυτό γιατί το γενικό συμφέρον σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την προσβολή του πυρήνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ο οποίος, ως περιορισμός των περιορισμών, συνιστά το απαραβίαστο όριο για κάθε ρύθμιση του κοινού νομοθέτη. Με τις επίμαχες διατάξεις παραβιάζεται όμως ο πυρήνας της συμβατικής ελευθερίας των μερών της σύμβασης εργασίας, καθόσον μ’ αυτές ο νομοθέτης δεν επενέβη απλώς προς την κατεύθυνση της τροποποίησης των όρων της, αλλά επιβάλλει αμέσως την αναστολή και εν συνεχεία, με μόνη την πάροδο έτους, την κατάλυση της ίδιας της συμβατικής σχέσης. Εξ άλλου, με τη νομοθετική αναστολή και εν συνεχεία κατάλυση της εργασιακής σχέσης και συνακόλουθα της υλικής βάσης της ύπαρξης του εργαζομένου, προσβάλλεται και η ανθρώπινη αξία, το απαραβίαστο της οποίας διακηρύττει το άρθρο 2 του Συντάγματος. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Συντάγματος «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Από τη διάταξη αυτή το Συμβούλιο της Επικρατείας, ελέγχοντας την συνταγματικότητα των μισθολογικών περικοπών που έγιναν στον στενό δημόσιο τομέα με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010, με σκοπό την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης, συνήγαγε ότι οι επεμβάσεις του νομοθέτη που προκαλούν διακινδύνευση της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του εργαζομένου αντίκεινται στο Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ακόμη και όταν με αυτές επιδιώκεται σκοπός γενικού συμφέροντος (ΟλΣτΕ 668/2012, σκ 35, προς το τέλος). Με την αναστολή και εν συνεχεία κατάλυση των συμβάσεων εργασίας που επιβάλλει ο ν. 4093/2012, χωρίς να εκτιμώνται οι ανάγκες των συμβαλλομένων στη σύμβαση εργασίας μερών, αλλά και χωρίς συγκριτική αξιολόγηση για την επιλογή των τιθεμένων σε διαθεσιμότητα, ο εργαζόμενος αποστερείται των υλικών όρων της ύπαρξης του και μάλιστα υπό συνθήκες εξαιρετικά μεγάλης ανεργίας, οι οποίες καθιστούν την ανεύρεση άλλης εργασίας πρακτικά αδύνατη. Έτσι όμως προσβάλλεται και η ανθρώπινη αξία, το απαραβίαστο της οποίας διακηρύττει το άρθρο 2 του Συντάγματος. Περαιτέρω, η νομοθετική αυτή επέμβαση προσβάλλει και το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού». Τούτο διότι η προπεριγραφείσα νομοθετική παρέμβαση, δια της νομοθετικής επιβολής απολύσεων (και μάλιστα υπό τις παρούσες οικονομικές δυσμενείς συνθήκες) προδήλως λαμβάνει χώρα προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που επιτάσσει το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος. Σε κάθε περίπτωση, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου η επέμβαση του νομοθέτη στα προστατευόμενα από τις διατάξεις αυτές ελευθερίες και αγαθά, θα πρέπει να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι οι ως άνω ρυθμίσεις του ν. 4093/2012 θεσπίσθηκαν για λόγους γενικότερου συμφέροντος και ότι αυτές δεν φτάνουν στο σημείο να πλήττουν τον πυρήνα των δικαιωμάτων που θίγονται, και πάλι θα έπρεπε να μην ξεπερνούν τα όρια που τίθενται από την αρχή της αναλογικότητας, ήτοι από το τρίπτυχο της προσφορότητας, της αναγκαιότητας και της εν στενή εννοία αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. 4 του Συντάγματος). Επιπλέον θα έπρεπε να τηρείται σε κάθε περίπτωση και η αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), η παραβίαση της οποίας επίσης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από κανένα γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Για να κριθεί το νομοθετικό μέτρο που λήφθηκε πρόσφορο θα έπρεπε το κριτήριο επιλογής του προσωπικού να είναι κατάλληλο ώστε να εξασφαλισθεί ότι το προσωπικό που τίθεται σε διαθεσιμότητα πλεονάζει ή είναι ακατάλληλο για την εκτέλεση της εργασίας που αυτό παρέχει. Η καταβολή του μισθού στη σύμβαση εργασίας δεν αποτελεί αυτοσκοπό, ούτε κοινωνική παροχή, αλλά το αντάλλαγμα για την εργασία του εργαζόμενου. Κάθε εχέφρων εργοδότης κατά την κοινή πείρα θα επέλεγε πρώτα να περικόψει τις θέσεις εργασίας που δεν είναι αναγκαίες για την επιχείρηση, καθώς και να απολύσει τους ολιγότερο αποτελεσματικούς και ολιγότερο συνεπείς στην εκτέλεση των καθηκόντων τους, ώστε να μεγιστοποιήσει το όφελός του από την παρεχόμενη εργασία για την οποία καταβάλλει τον μισθό. Το κριτήριο, όμως, που επελέγη από το νομοθέτη με τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ν. 4093/2012 για την επιλογή των απολυτέων, ουδόλως κατάλληλο είναι για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Έτσι, η πλήρης παράβλεψη κατά την επιλογή των απολυτέων της αναγκαιότητας ή μη των θέσεων εργασίας που περικόπτονται, καθώς και της συγκριτικής αξιολόγησης της απόδοσης των εργαζομένων, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον ορθό λόγο και την αρχή της οικονομικής αξιοποίησης των δημοσίων πόρων, αποτελώντας πρόδηλη σπατάλη, και ως εκ τούτου είναι απρόσφορη, αφού αντιστρατεύεται ευθέως τον σκοπό της ορθολογικότερης κατανομής του προσωπικού των φορέων του δημοσίου τομέα και της δημοσιονομικής εξυγίανσης, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι οι σκοποί αυτοί διώκονται από τον ν. 4093/2012. Με την αναστολή και στη συνέχεια κατάλυση των συμβάσεων εργασίας, χωρίς να εκτιμώνται οι ανάγκες των συμβαλλομένων στις συμβάσεις εργασίας μερών, αλλά και χωρίς τη συγκριτική αξιολόγηση για την επιλογή των τιθέμενων σε διαθεσιμότητα, ο εργαζόμενος αποστερείται των υλικών όρων της ύπαρξής του και μάλιστα υπό συνθήκες εξαιρετικά μεγάλης ανεργίας, οι οποίες καθιστούν την ανεύρεση άλλης εργασίας πραγματικά αδύνατη. Δεν είναι, επομένως, επιτρεπτή η επιβολή μέτρων που βαρύνουν δυσανάλογα ορισμένες κατηγορίες πολιτών έναντι άλλων ούτε, κατά μείζονα λόγο, η επισώρευση νέων μέτρων σε βάρος των ίδιων κατηγοριών πολιτών, εάν τα προηγούμενα αποδείχθηκαν απρόσφορα. Για να κριθεί το νομοθετικό μέτρο που λήφθηκε πρόσφορο, θα έπρεπε το κριτήριο επιλογής του προσωπικού να είναι κατάλληλο ώστε να εξασφαλισθεί ότι το προσωπικό που τίθεται σε διαθεσιμότητα πλεονάζει ή είναι ακατάλληλο για την εκτέλεση που αυτό παρέχει (για τα ανωτέρω βλ. ενδεικτικά ΜονΠρΑθ 1756/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΜΠρΧίου 37/2013 ΕΕργΔ 2013.338, ΜΠρΜεσ 63/2013 ΕΕργΔ 2013.353, ΜΠρΞάνθης 90/2013 ΕΕργΔ 2013.347, ΜΠρΠατρών 494/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος). Στα πλαίσια της πολιτικής αυτής, με το άρθρο 80 παρ. 1 του ν. 4172/2013 (ΦΕΚ Α 167 23.07.2013), οι σχολικοί φύλακες υπήχθησαν σε καθεστώς διαθεσιμότη-τας, η οργανική τους θέση καταργήθηκε, ενώ από την 23.07.2013 λαμβάνουν το ποσό που αντιστοιχεί στο 75% των αποδοχών τους για διάστημα οκτώ μηνών μετά το πέρας του οποίου (και εφόσον δεν μεταταχθούν ή μεταφερθούν), η υπαλληλική τους σχέση λύεται. Οι διατάξεις αυτές, όπως ήδη εκτέθηκε αναλυτικά ανωτέρω, αντιστρα-τεύονται ευθέως τις προαναφερθείσες αρχές της αναλογικότητας, της αξιοκρατίας και της ορθολογικής διάρθρωσης των υπηρεσιών του Δημοσίου. Τούτο δε διότι η επιλογή των εργαζομένων που τίθενται σε μια τέτοια κατάσταση, δεν γίνεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν και επί πλέον η κατάργηση των παραπάνω οργανικών θέσεων δεν πραγματοποιείται στη βάση μιας ολοκληρωμένης και εμπεριστατωμένης μελέτης αναδιάρθρωσης των δημοσίων υπηρεσιών, αλλά στηρίζεται αποκλειστικά στο τυχαίο κριτήριο της κατάληψης θέσεων κατηγορίας ΔΕ των προαναφερόμενων ειδικοτήτων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι συγκεκριμένες ανάγκες της καθεμίας, ότι οι υπηρεσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής δεν χρειάζονται τις υπηρεσίες των υπαλλήλων αυτών των ειδικοτήτων, μολονότι δεν έχει συνταχθεί σχετικό οργανόγραμμα στη βάση των πραγματικών αναγκών τους (ΜΠρΠατρ 202/2014 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΜΠρΑθ 13915/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΜΠρΑθ 13917/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΜΠρΑθ 13919/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος). Εξάλλου, ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφος 4 του Συντάγματος, σε περίπτωση καταργήσεως της κατεχόμενης από τον υπάλληλο θέσεως είτε μεμονωμένως είτε με την κατάργηση ολόκληρης της δημοσίας υπηρεσίας στην οποία ανήκει η θέση, μπορεί ο υπάλληλος να απολυθεί ή να τοποθετηθεί σε άλλη υπηρεσία, πλην όμως και πάλι ο κοινός νομοθέτης, κατά την επιλογή του τρόπου ρυθμίσεως των θεμάτων που σχετίζονται με την κατάργηση οργανικών θέσεων, πρέπει να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας, δηλαδή να διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των υπαλλήλων και να θεσπίζει κανόνες με αντικειμενικά κριτήρια. Δημοσιονομικοί λόγοι μπορεί να αποτελέσουν κριτήριο των επιλογών του νομοθέτη για τον ανακαθορισμό των λειτουργιών του Κράτους και τη διοικητική αναδιοργάνωση του, ωστόσο οι σχετικές ρυθμίσεις πρέπει αφενός να εισάγονται με τήρηση των συνταγματικών αρχών, σύμφωνα με τις οποίες επιβάλλεται να διασφαλίζονται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως και η παροχή των υπηρεσιών που επιβάλλεται να εξασφαλίζονται για τους διοικούμενους στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους δικαίου, και αφετέρου να εναρμονίζονται με τις αναφερθείσες συνταγματικές εγγυήσεις που αφορούν το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων. Περαιτέρω, δεδομένου ότι ο διορισμός δημοσίου υπαλλήλου προϋποθέτει κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις την προηγούμενη νομοθέτηση οργανικής θέσεως, συνεπώς δε και την ορθολογική οργάνωση των λειτουργιών και των εν γένει υπηρεσιών του Κράτους, δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτό, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο θεμιτός σκοπός της αναδιοργανώσεως των δημόσιων υπηρεσιών και της ορθολογικής διαχειρίσεως της αντίστοιχης δημόσιας δαπάνης να καθορίζονται όροι υποχρεωτικής απομακρύνσεως υπαλλήλων από την υπηρεσία με βάση κριτήρια μη συνδεόμενα με τις λειτουργικές και οργανωτικές ανάγκες της Διοικήσεως αλλά και με τα προσόντα, τις ικανότητες και την εν γένει υπηρεσιακή τους απόδοση και η κατάργηση των οργανικών θέσεων, τις οποίες κατείχαν οι απομακρυνόμενοι, να επέρχεται ως αυτόθροη συνέπεια της απομακρύνσεως (βλ. την υπ’ αριθ. 3354/2013 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις του ν. 4024/2011, με τις οποίες προβλέπεται η προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα και η αυτοδίκαιη απόλυση των υπαλλήλων). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 2112/1920, 288, 361, 648, 652 ΑΚ προκύπτει ότι η επιχειρούμενη από τον εργοδότη μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα να αξιώσει την επαναφορά της εργασιακής του απασχόλησης στην προηγουμένη κατάσταση (ΑΠ 1743/1991 ΕΕργΔ51, 982, ΕφΑθ 3618/1990 ΝοΒ. 389 1349, ΜΠΠειρ 2700/2013 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, όπου και οι ανωτέρω παραπομπές στη θεωρία και τη νομολογία). Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της, δεν έχει καταρχήν, εκτός αντιθέτου συμφωνίας, υποχρέωση να απασχολεί πραγματικώς τον εργαζόμενο και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερόμενων υπηρεσιών αυτού δεν έχει άλλες συνέπειες, εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του. Η καταρχήν, όμως, ως άνω νόμιμη άρνηση του εργοδότη καθίσταται παράνομη, όταν καθίσταται καταχρηστική, το οποίο συμβαίνει, όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ ή των προαναφερομένων διατάξεων του Συντάγματος, οπότε παρέχεται σε αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 1672/2007 ΕΕργΔ 2008.968, ΑΠ 362/2007 ΕΕργΔ 2007.1487). Υπάρχει δε αγώγιμη αξίωση του μισθωτού, του οποίου ακυρώνεται, με δικαστική απόφαση, η απόλυσή του ως καταχρηστική, να ζητήσει την πραγματική αποδοχή των υπηρεσιών του από τον εργοδότη, ενώ, για να καταδικαστεί ο εργοδότης σε πραγματική αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής, να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή, σύμφωνα με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ (για το ότι οι δημιουργούμενες από την εργασιακή σχέση υποχρεώσεις των μερών, όπως είναι η υποχρέωση του εργοδότη να αποδέχεται τις προσφερόμενες από τον εργαζόμενο υπηρεσίες, εμπίπτουν στη ρύθμιση της ΚΠολΔ 946 παρ. 1, βλ. ενδεικτικά ΑΠ 28/2006 ΧρΙδ 2006.521, όμοια η ΑΠ 41/2006 ΕλλΔνη 2006.787, ΑΠ 255/2005 ΕΕργΔ 2006.487, ΕφΑθ 8860/2006 ΕλλΔνη 48(2007).886, βλ. ακόμη και ως προς την αυτεπάγγελτη εφαρμογή από το Δικαστήριο του άρθρου 946 ΚΠολΔ, ΑΠ 1167/1999 ΕΕργΔ 2001.731, Δημ. Ζερδελή, Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (εκδ. 2002), αρ. 940), δεν απαιτείται να συντρέχουν και άλλοι όροι, δηλονότι η απόκρουση των προσφερόμενων υπηρεσιών να έχει γίνει υπό περιστάσεις που υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ ή να συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (άρθρο 57 ΑΚ) ή υπαιτίως να προσβάλουν το δικαίωμά του στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ΑΠ 1540/2006 ΕΕργΔ 2007.810, ΕφΘεσ 1774/2007 Αρμ 2007.1748).

ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγουσες εκθέτουν στην υπό κρίση αγωγή τους, κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες στη συνέχεια μετατράπηκαν σε σχέσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, απασχολούνται από το έτος 2001 έως και σήμερα, σε σχολικά συγκροτήματα του εναγόμενου Δήμου Πρέβεζας και ότι με το ν. 4172/2013, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 23.07.2013, εντάχθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, λόγω κατάργησης των θέσεών τους, με την προηγούμενη σοβαρή μείωση των αποδοχών τους, έτι δε περαιτέρω ότι η θέση τους σε διαθεσιμότητα είναι παράνομη και άκυρη ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και το κοινοτικό και διεθνές δίκαιο, επιπλέον δε και καταχρηστική αφού ασκήθηκε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών καθώς και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, για τους λόγους που αναλυτικά εκθέτουν στο δικόγραφο της αγωγής τους. Ζητούν δε, να αναγνωριστεί ότι η μονομερής αυτή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους εκ μέρους του εναγομένου «Δήμου Πρέβεζας», είναι παράνομη και καταχρηστική και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως και με τους όρους που παρείχαν τις υπηρεσίες τους μέχρι και την 23.07.2013, οπότε και τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, καταβάλλοντας πλήρως τις νόμιμες αποδοχές τους, με την καταδίκη του σε χρηματική ποινή υπέρ εκάστης εξ αυτών ποσού 130,00 ευρώ για κάθε παράβαση της εκδοθησομένης αποφάσεως, καθώς και να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ. 2 και 664 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664-676 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις ως άνω αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις, καθώς και σ’ αυτές των άρθρων 68, 70, 907, 908, 910 αρ. 4, 176, 191 αρ. 2 και 946 ΚΠολΔ. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το αίτημα για την κήρυξη της εκδοθησόμενης απόφασης προσωρινά εκτελεστής είναι νόμιμο και τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 8 ν. 2097/1952 που απαγορεύει την αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, η ισχύς της οποίας (διάταξης) είχε επεκταθεί και στους Ο.Τ.Α. με το άρθρο 3 ν.δ. 31/1968, καθώς και η διάταξη του άρθρου 909 παρ. 1 ΚΠολΔ που απαγορεύει την προσωρινή εκτέλεση κατά του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των Ο.Τ.Α., θεωρούνται καταργημένες, ως ευρισκόμενες σε αντίθεση με τις αρχές του κράτους δικαίου και της παροχής πλήρους, έγκαιρης και αποτελεσματικής δικα-στικής προστασίας, που θεμελιώνονται στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1, 94 παρ. 4, 95 παρ. 5 Συντ., 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της, 2 παρ. 3 και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΟλΑΠ 17/2002 ΕλλΔνη 2002.1009, 21/2001 ΕλλΔνη 2002.83, Πρακτικά 7ης Γεν. Συνεδρίασης της ΟλΕλΣ της 19-3-2003 ΕΔΚΑ 2003.606, Πρακτικά της 6ης Γεν.Συνεδρίασης της ΟλΕλΣ της 12-3-2003, ΕΔΚΑ 2003.674, Απαλαγάκη Χ., Διαδικαστικά ζητήματα από την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Ελληνικού Δημοσίου, Δ 2004.773-774, Χρυσόγονος Κ., Η αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου ή άλλου ν.π.δ.δ. υπό την ισχύ του άρθρου 94 παρ. 4 Συντ., NoB 2003.15-16, Σταμάτης Κ., Αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεως κατά του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. και ν.π.δ.δ., ΝοΒ 2003.3). Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, αφού για το αντικείμενό της δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου.

V. Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγουσών, ........., Προέδρου της Ένωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (Ε.Λ.Μ.Ε.) Πρέβεζας και Διευθυντή σε σχολικό συγκρότημα της Πρέβεζας και την ανώμοτη κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου του Δήμου Πρέβεζας,.........., Δημάρχου Πρέβεζας, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και οι καταθέσεις τους περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, απ’ όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, λαμβανόμενα υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Οι ενάγουσες απασχολούνταν στο Δήμο Πρέβεζας, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στον κλάδο ΔΕ σχολικών φυλάκων, ειδικότερα οι 1η, 2η και 13η στο 1ο Λύκειο Πρέβεζας, οι 3η και 5η στο Μουσικό Γυμνάσιο Πρέβεζας, οι 4η και 12η στο 2ο Λύκειο Πρέβεζας, οι 6η και 7η στο 1ο ΕΠΑΛ και ΕΠΑΣ Πρέβεζας, η 8η στο 1ο ΕΠΑΛ Πρέβεζας, η 9η στο 1ο Γυμνάσιο Πρέβεζας, η 11η στο 2ο Ενιαίο Λύκειο Πρέβεζας, η 14η στο 4ο Γυμνάσιο Πρέβεζας και η 15η στο Σχολικό Συγκρότημα του 2ου και 3ου Γυμνασίου Πρέβεζας. Αρχικά και ήδη από το έτος 2001 απασχολήθηκαν στο πρόγραμμα «Απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολικών κτιρίων» που διοργάνωσε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Α.Ε.» σε συνεργασία με το Δήμο Πρέβεζας στα πλαίσια προγραμματικών συμβάσεων, για το διάστημα από 19.02.2001 έως και τις 31.07.2006, οπότε με την υπ’ αριθ. 908/23.09.2005 απόφαση του Α’ Τμήματος του «Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού» (Α.Σ.Ε.Π.), αποφασίστηκε ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και με την υπ’ αριθ. 63/2006 απόφαση του Δημάρχου Πρέβεζας κατατάχθηκαν από 01.08.2006 σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου Κλάδου Δ.Ε. Σχολικών Φυλάκων, που συστήθηκαν με την υπ’ αριθ. 13853/09.06.2006 Κοινή Υπουργική Απόφαση Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β’ 1226/05.09.2006), και με την υπ’ αριθ. 95/2006 απόφαση ορίστηκε ο τρόπος αμοιβής τους με ημερομίσθιο ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας τους σύμφωνα με το άρθρο 4 της Σ.Σ.Ε. έτους 2006 της ΠΟΕ - ΟΤΑ. Με την υπ’ αριθ. 32364/24.11.2011 διαπιστωτική πράξη κατάταξης σε Βαθμούς και Μισθολογικά Κλιμάκια βάσει του ν. 4024/2011, οι ενάγουσες κατατάχθηκαν στον Ε’ Βαθμό και στο 3ο Μισθολογικό Κλιμάκιο οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 11η, 12η, 13η, 14η και 15η και στον Δ’ Βαθμό και στο Βασικό Κλιμάκιο η 9η, με πλεονάζοντα χρόνο την 01.11.2011, 7 έτη, 8 μήνες και 12 ημέρες οι 1η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 11η, 12η, 13η και 14η, 7 έτη και 7 μήνες οι 2η και 15η και 6 μήνες και 3 ημέρες η 9η. Σύμφωνα με την εγκύκλιο ΥΠ.ΕΣ. 65082/18.12.2007 με θέμα «Καθηκοντολόγιο Φυλάκων Σχολικών Κτιρίων» (βλ. προσκομισθείσα), οι σχολικοί φύλακες είναι προσωπικό των ΟΤΑ α` βαθμού και τα καθήκοντά τους καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 35 του νέου Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007 ΦΕΚ 143/Α/28.6.2007), σύμφωνα με τις οποίες οι υπάλληλοι εκτελούν τα καθήκοντα του κλάδου για τον οποίο προσλήφθηκαν. Επιπλέον, οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα των Φυλάκων σχολικών κτιρίων προσδιορίζονται από το σχετικό καθηκοντολόγιο που είχε εκδοθεί με την έναρξη του προγράμματος Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στη Φύλαξη Σχολικών Κτιρίων, με τη συνεργασία των συναρμόδιων Υπουργείων, του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού-ΛΑΕΚ της ΚΕΔΚΕ και της ΕΕΤΑΑ, σύμφωνα δε με το εν λόγω έγγραφο, ο ρόλος του φύλακα σχολικού κτιρίου είναι η επιτήρηση, η διαπίστωση της καλής κατάστασης και η μέριμνα για τη διατήρηση της καλής κατάστασης του σχολικού κτιρίου και των γύρω υπαίθριων κοινόχρηστων χώρων του, από φθορές οι οποίες μπορεί να προκύψουν από εξωσχολικά και μη εξωσχολικά άτομα, με στόχο τη διασφάλιση των κατάλληλων συνθηκών για την ομαλή λειτουργία του σχολείου (άρθρο 1). Τα καθήκοντα του φύλακα σχολικού κτιρίου κατά τη διάρκεια της 8ωρης βάρδιάς του, είναι : 1) να καθιστά την παρουσία του εμφανή, 2) να επιτηρεί την καλή κατάσταση των κτιριακών εγκαταστάσεων του σχολείου, 3) να επιτηρεί την καλή κατάσταση των υπαίθριων χώρων του σχολείου, 4) να ελέγχει την είσοδο εξωσχολικών ατόμων σε χώρους του σχολείου, 5) να διαπιστώνει την καλή λειτουργία του φωτισμού, των υδραυλικών και λοιπών εγκαταστάσεων του σχολείου, 6) να επιβλέπει την ασφάλιση των χώρων του σχολείου (με την έννοια ότι θα διαπιστώνει εάν οι ευάλωτοι σε φθορές/κλοπές χώροι του σχολείου είναι κλειδωμένοι και τα κλειδιά βρίσκονται ασφαλισμένα σε προκαθορισμένη θέση), 7) να ενημερώνει αμέσως για οποιοδήποτε συμβάν τον Διευθυντή του σχολείου, το αρμόδιο προσωπικό του Δήμου και την καθ’ ύλην αρμόδια Υπηρεσία (π.χ. οικεία Αστυνομική Αρχή, Πυροσβεστική Υπηρεσία, ΔΕΗ κλπ) και 8) να συμπληρώνει και να υπογράφει το βιβλίο συμβάντων - παρουσίας ασκούμενου, με την έναρξη και λήξη της βάρδιάς του και αντίστοιχα να παραδίδει και να παραλαμβάνει ενυπόγραφα τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό στο τέλος της βάρδιάς του στο τηρούμενο βιβλίο παράδοσης του εξοπλισμού (άρθρο 5), όταν δε λειτουργεί το σχολείο (δηλαδή κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας και των διαλειμμάτων) ο σχολικός φύλακας α) φροντίζει κυρίως για τον περιβάλλοντα χώρο του σχολείου και όχι για τις κτιριακές εγκαταστάσεις στις οποίες πραγματοποιείται διδασκαλία. Ερευνά όμως την κατάστασή τους, τόσο κατά την ανάληψη της βάρδιας, όσο και κατά τον χρόνο που πλησιάζει το πέρας αυτής, β) ελέγχει τα άτομα που εισέρχονται στον αύλειο χώρο του σχολείου και απομακρύνει εκείνα που δεν έχουν καμία σχέση με αυτό, μετά από συνεννόηση με τον Διευθυντή του σχολείου. Σε περίπτωση που αυτά αρνούνται να απομακρυνθούν, ενημερώνει τον Διευθυντή του Σχολείου και ζητά τη συνδρομή της Αστυνομίας μετά από εντολή του και γ) πριν από την έναρξη και λήξη των μαθημάτων ελέγχει το χώρο που βρίσκεται στην είσοδο του σχολείου προκειμένου να αποφευχθεί η παρουσία και η είσοδος εξωσχολικών ατόμων στον αύλειο χώρο. Ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες του χώρου του κάθε σχολικού κτιρίου, ο Διευθυντής του σχολείου θα ενημερώσει τον φύλακα, πόσες και ποιες είσοδοι του σχολείου θα παραμένουν ανοιχτές κατά την προσέλευση των μαθητών και αντίστοιχα εάν κατά πόσο αυτές θα πρέπει να κλείνουν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του σχολείου. Και σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να ελέγχεται η είσοδος των επισκεπτών, να συστήνει να απομακρυνθούν τα άτομα που υπερπηδούν τα κάγκελα και σε περίπτωση που αρνούνται να απομακρυνθούν, ενημερώνει το Διευθυντή του σχολείου και ζητά τη συνδρομή της Αστυνομίας, μετά από εντολή του (άρθρο 6). Επίσης όταν δεν λειτουργεί το σχολείο (δηλαδή μη εργάσιμες ημέρες και ώρες) : Α) στις κτιριακές εγκαταστάσεις του σχολείου : ελέγχει, περιπολώντας σε τακτά χρονικά διαστήματα, όλους τους χώρους του κτιρίου και ιδιαίτερα εκείνους που στεγάζουν μεγάλης αξίας εκπαιδευτικό υλικό, όπως ηλεκτρονικούς υπολογιστές, φροντίζει οι αίθουσες διδασκαλίας, τα εργαστήρια, οι κλειστές αθλητικές εγκαταστάσεις, τα γραφεία των διδασκόντων και οι χώροι οι οποίοι στεγάζουν μεγάλης αξίας υλικό και εξοπλισμό, να είναι ασφαλισμένοι και τα κλειδιά τους τοποθετημένα σε ασφαλή προκαθορισμένη θέση, μετά από συνεννόηση με τον Διευθυντή του σχολείου, ελέγχει περιπολώντας σε τακτά χρονικά διαστήματα τους χώρους υγιεινής του σχολικού κτιρίου και ελέγχει περιπολώντας τους διαδρόμους έξω από τις αίθουσες διδασκαλίας και Β) στον αύλειο και περιβάλλοντα χώρο του σχολείου : ελέγχει περιπολώντας τον αύλειο και περιβάλλοντα χώρο του σχολείου, αποτρέπει την είσοδο ατόμων στο χώρο του σχολείου μόνο για τη χρήση των αθλητικών εγκαταστάσεων και εφόσον αυτό επιτρέπεται (μετά από συνεννόηση με το αρμόδιο πρόσωπο του Διευθυντή του σχολείου). Αντιστοίχως συστήνει να απομακρυνθούν εκείνα τα άτομα από το χώρο της άθλησης και σε περίπτωση που αυτά αρνούνται να απομακρυνθούν, ζητά τη συνδρομή της Αστυνομίας. Σε περίπτωση κατά την οποία ο Δήμος δεν επιτρέπει τη χρήση των αθλητικών εγκαταστάσεων του σχολείου κατά τις ώρες μη λειτουργίας του, φροντίζει ώστε όλες οι είσοδοι του σχολείου στον αύλειο χώρο να παραμένουν κλειστές και κλειδωμένες και τα κλειδιά τους ασφαλισμένα και τοποθετημένα στην προκαθορισμένη θέση μετά από συνεννόηση με τον Διευθυντή του σχολείου, εκτός από τα κλειδιά μιας εισόδου τα οποία και θα κρατά κατά τη διάρκεια της βάρδιάς του. Τέλος, αποτρέπει τα εξωσχολικά άτομα να υπερπηδούν τα κάγκελα που περικλείουν τον αύλειο χώρο και σε περίπτωση που αρνούνται να απομακρυνθούν, ζητά τη συνδρομή της Αστυνομίας (άρθρο 5). Συνεπώς, οι σχολικοί φύλακες αποτελούν μέρος της ορθής λειτουργίας των σχολείων, καθώς επιτηρούν τις κτιριακές εγκαταστάσεις, αλλά και τους γύρω κοινόχρηστους υπαίθριους χώρους, φροντίζοντας καθημερινά για την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου και την προστασία των μαθητών. Ειδικότερα οι σχολικοί φύλακες, στην πλειονότητά τους γυναίκες, έχουν παρουσία στα γυμνάσια και στα λύκεια 145 δήμων της επικράτειας από το 2001, όταν δε αυξήθηκαν οι φθορές στις σχολικές εγκαταστάσεις, μέσω της διαδικασίας επιλογής του ΑΣΕΠ άρχισαν να επιλέγονται οι φύλακες στο πλαίσιο του προγράμματος «Απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων», πρόγραμμα το οποίο υλοποιήθηκε έπειτα από συνεργασία των 145 δήμων και κοινοτήτων της επικράτειας και των υπουργείων Εσωτερικών, Παιδείας, Εργασίας, Δημόσιας Τάξης, τον ΟΑΕΔ και την ΚΕΔΕ. Ακολούθως οι ίδιοι υπέβαλαν τις αιτήσεις τους μέσω ΑΣΕΠ για τις θέσεις των φυλάκων σχολικών κτιρίων. Το έτος 2004 και έπειτα από υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι εργαζόμενοι εντάχθηκαν στο προεδρικό διάταγμα 164/2004. Παράλληλα και με τις διατάξεις του ν. 3320/2005, όσοι από τους μέχρι τότε 3.000 σχολικούς φύλακες κρίθηκαν από το ΑΣΕΠ ότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις του π.δ. 164/2004, κατατάχθηκαν σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας ΔΕ Σχολικών Φυλάκων, στους φορείς στους οποίους απασχολούνταν κατά τη διάρκεια του προγράμματος «Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων». Από τον Μάρτιο του 2006 έως και τον Φεβρουάριο του 2007 είχαν προσληφθεί σταδιακά 2.753 άνεργοι ως σχολικοί φύλακες. Ίσως για κάποιους ο ρόλος του σχολικού φύλακα να είναι ανούσιος και να πρέπει να απολυθούν αυτοί οι 2.200 εργαζόμενοι, για τη σχολική όμως κοινότητα η παρουσία τους είχε ουσιαστικό και σημαντικό ρόλο. Χαρακτηριστικά, πριν από την τοποθέτησή τους η κατάσταση μέσα και έξω από τα σχολικά προαύλια ήταν δραματική. Ειδικά σε λύκεια της πρωτεύουσας γινόταν ακόμα και διακίνηση ουσιών, κατάσταση την οποία δεν μπορούσαν να διαχειριστούν οι εκπαιδευτικοί. Επίσης προστάτευαν τον ακριβό τεχνολογικό εξοπλισμό από κλοπές και βανδαλισμούς, αλλά και τους ίδιους τους μαθητές και καθηγητές από εξωσχολικούς, οι οποίοι κυκλοφορούσαν εντός και εκτός των σχολείων. Παρόλα αυτά με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 80 του Ν. 4172/23.07.2013 (ΦΕΚ 167 τ. Α`) καταργήθηκαν στους Δήμους οι θέσεις της ειδικότητας Σχολικών Φυλάκων, ανεξαρτήτως κατηγορίας εκπαίδευσης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, από 23.07.2013. Οι υπάλληλοι των οποίων οι θέσεις καταργήθηκαν και εφόσον κατείχαν τις θέσεις αυτές την 9η Ιουλίου 2013, τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, σύμφωνα με την ισχύ της υποπαραγράφου Ζ.2 του Ν. 4093/2012 (Α` 222), από 23.07.2013. Με τις υπ’ αριθ. πρωτ. 22903, 22912, 22908, 22898, 22907, 22904, 22905, 22913, 22900, 22902, 22901, 22911, 22909 και 22899/31.07.2013 Διαπιστωτικές Πράξεις του Δημάρχου Πρέβεζας, που εκδόθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 58 του ν. 3852/2010, των άρθρων 80 και 90 του ν. 4172/2013 (ΦΕΚ Α/23-07-2013) του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222/Α/12-11-2012), την με αριθμό ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/20845/24-07-2013 εγκύκλιο του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, το γεγονός ότι, κατά την 09.07.2013 οι ενάγουσες υπηρετούσαν με την ειδικότητα ΔΕ Σχολικών Φυλάκων, δεν καταλάμβαναν κάποια των περιπτώσεων α` έως και ε` της παρ. 2 του άρθρου 80 του ν. 4172/2013 και δεν ήταν κάτοχοι μεταπτυχιακού ή διδακτορικού διπλώματος, διαπιστώθηκε η κατάργηση της θέσης τους από 23.07.2013. Σύμφωνα με τις ίδιες Διαπιστωτικές Πράξεις του Δημάρχου, οι ανωτέρω τέθηκαν σε διαθεσιμότητα από τις 23.07.2013 και για το χρονικό διάστημα μέχρι οκτώ (8) μήνες λόγω κατάργησης της θέσης τους, καθώς ενέπιπταν στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 80 του ν. 4172/2013. Για όσο χρόνο διαρκεί η διαθεσιμότητα τους παύουν να ασκούν τα καθήκοντα τους, κύρια και παρεπόμενα. Με δεδομένο όμως ότι οι σχολικοί φύλακες είχαν προσληφθεί στους ΟΤΑ ως άνεργοι στο πλαίσιο του προγράμματος «απόκτησης εργασιακής εμπειρίας 2700 ανέργων αποφοίτων λυκείου στη φύλαξη σχολικών κτιρίων» και οι συμβάσεις τους μετατράπηκαν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου με το π.δ. 164/2004, καθώς κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των ΟΤΑ και το αντικείμενο των καθηκόντων τους ήταν η επιτήρηση και η μέριμνα της καλής κατάστασης των σχολικών κτιρίων από τις φθορές με στόχο τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των σχολείων, τα εν λόγω καθήκοντα συνδέονταν άμεσα με την αρμοδιότητα που είχε δοθεί στους ΟΤΑ α΄ βαθμού να μεριμνούν για τη συντήρηση, την καθαριότητα και τη φύλαξη των σχολικών κτιρίων με το άρθρο 75 παρ.1 περ. στ του ν. 3464/2006 ΔΚΚ (Γ. Σωτηρέλη ο.π). Συνεπώς, οι παραπάνω διατάξεις του ν. 4172/2013, με τις οποίες καταργήθηκαν οι θέσεις της παραπάνω ειδικότητας και το προσωπικό που υπηρετούσε σ’ αυτές τέθηκε σε διαθεσιμότητα, αντιστρατεύονται ευθέως τις προαναφερθείσες αρχές της αναλογικότητας, της αξιοκρατίας και της διοικητικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ. Τούτο δε διότι η επιλογή των εργαζομένων που τέθηκαν στην κατάσταση αυτή δεν έγινε βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν και επιπλέον η κατάργηση των παραπάνω οργανικών θέσεων δεν πραγματοποιήθηκε με αποτυπωμένα στο νόμο κριτήρια αξιολόγησης των οργανωτικών δομών των θιγομένων ΟΤΑ, αλλά στηρίχθηκε αποκλειστικά στο τυχαίο κριτήριο της εν λόγω ειδικότητας, χωρίς να ληφθούν υπόψη, τυχόν, τοπικές ιδιαιτερότητες και υπηρεσιακές ανάγκες καθενός ΟΤΑ. Θεωρήθηκε δηλαδή εκ προοιμίου βέβαιο ότι οι ΟΤΑ δεν χρειάζονται τις υπηρεσίες των υπαλλήλων αυτών των ειδικοτήτων, μολονότι δεν έχει συνταχθεί σχετικό οργανόγραμμα στη βάση των πραγματικών τους αναγκών. Συνεπώς, οι ρυθμίσεις του άρθρου 80 του ν. 4172/2013 αντιστρατεύονται ευθέως στις προαναφερθείσες συνταγματικές αρχές της αξιοκρατίας και της διοικητικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ, διότι η επιλογή των εναγουσών ως κλάδου και η θέση τους σε κατάσταση διαθεσιμότητας, λόγω κατάργησης των οργανικών τους θέσεων, δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια, όπως αυτά που ήδη αναφέρθηκαν, αλλά πραγματοποιήθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες κάλυψης των οργανωτικών δομών του εναγομένου ΟΤΑ και της αποτελεσματικής εξυπηρέτησης της λειτουργίας του, σημαντικό τμήμα της οποίας αφορά η φύλαξη και προστασία των σχολικών μονάδων και της πολύτιμης σχολικής περιουσίας από επιθέσεις και προσβολές τρίτων, οι οποίες είναι πολύ πιθανό να ενταθούν στο προσεχές μέλλον λόγω και της αύξησης της τοπικής εγκληματικότητας. Πέραν όμως των προαναφερομένων, η ανωτέρω ρύθμιση προσβάλει στον πυρήνα τους και συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των εναγουσών (άρθρα 2 παρ.1, 4 παρ.5, 22 παρ.1, 25 παρ. 1, 4 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος), που επιβάλλουν το σεβασμό και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την ισότιμη συνεισφορά στα δημόσια βάρη, την προστασία της εργασίας και παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας και της αξιοκρατίας, διότι μεταβάλλει άρδην προς το χειρότερο τους όρους εργασίας των εναγουσών, αφενός μεν μειώνοντας κατά 25% τις ήδη μειωμένες αποδοχές τους, αφετέρου δε καθιστώντας αβέβαιο το μέλλον της ίδιας της εργασιακής σχέσης τους. Συνεπώς, η ενέργεια αυτή του εναγομένου να θέσει τις ενάγουσες σε κατάσταση διαθεσιμότητας συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των εργασιακών τους όρων. Ειδικότερα η θέση των εναγουσών σε διαθεσιμότητα από τις 23.7.2013 και η ταυτόχρονη μείωση των αποδοχών τους, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, προσβάλει στον πυρήνα τους συνταγματικά δικαιώματά τους και ειδικότερα τις αρχές της μη διάκρισης, της αντικειμενικότητας και της αξιοκρατίας. ʼλλωστε πιθανολογείται βάσιμα ότι η διαθεσιμότητα θα οδηγήσει σε οριστική απώλεια των θέσεων εργασίας τους, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4093/2012 η σχέση εργασίας των εναγουσών, εφόσον δεν μεταταχθούν ή μεταφερθούν εντός του οκταμήνου από τη θέση τους σε διαθεσιμότητα - ενδεχόμενο σφόδρα πιθανό με τα σημερινά δεδομένα - λύεται με τη λήξη του καθεστώτος της διαθεσιμότητας, στην προκείμενη δε περίπτωση σε ολίγες ημέρες από σήμερα και συγκεκριμένα την 23.03.2014. Η μεταβολή αυτή είναι αδικαιολόγητη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες είναι πλεονάζον προσωπικό του εναγόμενου Δήμου, αλλά τουναντίον αποδείχθηκε ότι είναι απολύτως απαραίτητες για την εύρυθμη λειτουργία των σχολείων του Δήμου Πρέβεζας, όπως βεβαίωσε και ο μάρτυρας τους, Πρόεδρος της ΕΛΜΕ Πρέβεζας και Διευθυντής Σχολείου στο οποίο υπηρετούσαν οι τέσσερις εξ αυτών. Τούτο άλλωστε ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος Δήμος προσπαθεί να καλύψει τις ανάγκες του για προσωπικό στον τομέα της επιστασίας και καθαριότητας των σχολείων, οι οποίες δημιουργήθηκαν από την αποχώρηση των εναγουσών, με την πρόσληψη τρίτων προσώπων μέσω προγραμμάτων του ΕΣΠΑ (δηλαδή τoυ Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς, τα οποία συγχρηματoδoτoύνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση). Οι ενάγουσες τέθηκαν σε διαθεσιμότητα με μοναδικό κριτήριο την κατηγορία και τον κλάδο, χωρίς επαρκή αιτιολογία για ποιό λόγο επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση σε άλλους εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας και του ίδιου κλάδου, κατά παράβαση της αρχής της μη διακρίσεως. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι ενάγουσες είναι πλεονάζον προσωπικό, τα συγκεκριμένα πρόσωπα ετέθησαν σε διαθεσιμότητα, χωρίς να προηγηθεί αντικειμενική και αξιοκρατική διαδικασία αξιολόγησης. Με τον τρόπο όμως αυτό ο νομοθέτης, λειτουργώντας ισοπεδωτικά, αντιμετωπίζει κατά τον ίδιο τρόπο τους ικανούς και ευσυνείδητους υπαλλήλους με τους αργόμισθους και τους ανεπαρκείς. Προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, διότι, ανεξαρτήτως της αποτελεσματικότητας και της προσφορότητας του μέτρου, πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν συγκεκριμένα πρόσωπα, των οποίων η ζωή ανατρέπεται άρδην και τα οποία θυσιάζονται, χάριν των οικονομικών στοχεύσεων της εκάστοτε Κυβέρνησης και της περιστολής των κρατικών δαπανών, που αναγορεύονται σε σκοπούς υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, θέτοντας στο περιθώριο τον άνθρωπο ή μετατρέποντας αυτόν σε μέσο προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Επίσης με το επιβληθέν μέτρο της διαθεσιμότητας προσβάλλεται καίρια η επαγγελματική προσωπικότητα και η εν γένει αξιοπρέπεια των εναγουσών διότι ανατρέπεται άρδην η ζωή τους και τίθενται στο κοινωνικό περιθώριο, καθόσον ύστερα από πολλά χρόνια και αφού οι ίδιες διαμόρφωσαν για τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους ένα αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης με βάση την εργασία τους, απομακρύνονται κατ’ ουσίαν απ’ αυτήν, μετατρεπόμενες με τον τρόπο αυτό σε απλό μέσο για την επίτευξη του γενικά επιδιωκόμενου σκοπού της «περιστολής των κρατικών δαπανών». Προσβάλλεται δε βάναυσα η προσωπικότητα των εναγουσών, καθόσον απομακρύνονται από τη θέση εργασίας τους και τους αποστερείται το δικαίωμα να εργαστούν. Εξάλλου, η καταβολή του 75% των αποδοχών των εναγουσών, που ούτως ή άλλως υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης είχαν ήδη υποστεί δραματικές μειώσεις, σε συνδυασμό με την αλλεπάλληλη επιβολή νέων φόρων και «εισφορών» έχει ως συνέπεια τη διακινδύνευση της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των ιδίων και των οικογενειών τους, η οποία έχει τεθεί ως συνταγματικό όριο των μειώσεων των μισθών και των συντάξεων (βλ. ΟλΣτΕ 668/2012 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, σκέψη 35, ΟλΣτΕ 1285/2012 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, σκέψη 16). Οι μεταβολές αυτές στις συμβάσεις εργασίας τους, οι οποίες οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στη λύση τους, επήλθαν ανεξάρτητα από την πραγματική βούληση και τις ανάγκες των συμβαλλομένων σε αυτή, θίγοντας στον πυρήνα του τη συμβατική ελευθερία. Σύμφωνα δε με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ` του Συντάγματος, οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα οφείλουν να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο νομοθέτης δύναται καταρχήν να επιβάλει στους πολίτες, προς εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση ορισμένης επείγουσας ανάγκης ή κατάστασης κρίσης, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι αυτές κατανέμονται ισότιμα μεταξύ των πολιτών ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός και με τήρηση των αρχών της προσφορότητας και της αναγκαιότητας. Με την αναστολή και στη συνέχεια κατάλυση των συμβάσεων εργασίας, χωρίς να εκτιμώνται οι ανάγκες των συμβαλλομένων στις συμβάσεις εργασίας μερών, αλλά και χωρίς τη συγκριτική αξιολόγηση για την επιλογή των τιθέμενων σε διαθεσιμότητα, ο εργαζόμενος αποστερείται των υλικών όρων της ύπαρξής του και μάλιστα υπό συνθήκες εξαιρετικά μεγάλης ανεργίας, οι οποίες καθιστούν την ανεύρεση άλλης εργασίας πραγματικά αδύνατη. Δεν είναι, επομένως, επιτρεπτή η επιβολή μέτρων που βαρύνουν δυσανάλογα ορισμένες κατηγορίες πολιτών έναντι άλλων ούτε, κατά μείζονα λόγο, η επισώρευση νέων μέτρων σε βάρος των ίδιων κατηγοριών πολιτών, εάν τα προηγούμενα αποδείχθηκαν απρόσφορα. Για να κριθεί το νομοθετικό μέτρο που λήφθηκε πρόσφορο θα έπρεπε το κριτήριο επιλογής του προσωπικού να είναι κατάλληλο ώστε να εξασφαλισθεί ότι το προσωπικό που τίθεται σε διαθεσιμότητα πλεονάζει ή είναι ακατάλληλο για την εκτέλεση που αυτό παρέχει. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες είναι απολύτως απαραίτητες στον εναγόμενο Δήμο για την εύρυθμη λειτουργία των σχολείων, το έργο δε και τη χρησιμότητα των υπηρεσιών των σχολικών φυλάκων τόνισε ιδιαιτέρως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ο Δήμαρχος Πρέβεζας. Ενόψει τούτων, οι ενάγουσες δικαιούνται να αξιώσουν την τήρηση των προϋφισταμένων όρων των συμβάσεων εργασίας τους, αφού η ένταξή τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας λόγω κατάργησης των θέσεών τους, με την ταυτόχρονη σοβαρή μείωση των αποδοχών τους, είναι παράνομη και άκυρη ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και το κοινοτικό και διεθνές δίκαιο, επιπλέον δε και καταχρηστική αφού ασκήθηκε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών καθώς και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος και κατ’ επέκταση συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους. Κατόπιν τούτων η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, να αναγνωριστεί ότι η μονομερής αυτή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγουσών είναι παράνομη και καταχρηστική και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως και με τους όρους που παρείχαν τις υπηρεσίες τους μέχρι και την 23.07.2013 (δηλαδή πριν τεθούν σε διαθεσιμότητα), καταβάλλοντας πλήρως τις νόμιμες αποδοχές τους (δηλαδή σε ποσοστό 100%) και να καταδικασθεί ο εναγόμενος σε χρηματική ποινή ποσού 100,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης αυτού να αποδέχεται τις υπηρεσίες εκάστης των εναγουσών. Η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί στο σύνολό της προσωρινά εκτελεστή, διότι το Δικαστήριο εκτιμά ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεσή της θα προκαλέσει σημαντική ζημιά στις ενάγουσες που νίκησαν (άρθρο 909 εδ. α’ ΚΠολΔ), αφού αφενός η μείωση και μετά τη λήξη του καθεστώτος της διαθεσιμότητας την 23.03.2014, η πλήρης αποστέρηση των αποδοχών τους, θα θέσει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των ιδίων και των προσώπων που εξαρτώνται απ’ αυτές, αφετέρου η αποξένωση από τις θέσεις εργασίας τους θα οδηγήσει σε τετελεσμένες και μη αναστρέψιμες καταστάσεις. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των προαναφερομένων κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής ως προς τη δέκατη (10η) ενάγουσα.

- ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

- ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

- ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγουσών με την ένταξή τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας, και την περικοπή του μισθού τους, είναι παράνομη και καταχρηστική.

- ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγουσών, με τους ίδιους όρους και με την καταβολή των πλήρων αποδοχών τους, όπως ίσχυαν πριν τεθούν σε καθεστώς διαθεσιμότητας την 23.07.2013.

- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο σε χρηματική ποινή ποσού εκατό (100,00) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης αυτού να αποδέχεται τις υπηρεσίες εκάστης των εναγουσών, με τους ίδιους όρους και με την καταβολή των πλήρων αποδοχών τους, όπως ίσχυαν πριν τεθούν σε καθεστώς διαθεσιμότητας την 23.07.2013.

- ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά τις ανωτέρω καταψηφιστικές της διατάξεις.

- ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων. Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη στο ακροατήριό του δημόσια συνεδρίαση στην Πρέβεζα, στις 17 Μαρτίου 2014, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων αυτών δικηγόρων.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Νομικά Νέα
02-09-19
Αίτηση προσωρινής διακοπής λειτουργίας σταθμών κινητής τηλεφωνίας και απομάκρυνσης εγκατεστημένων κεραιών και μηχανημάτων. Εκπομπή επικίνδυνης ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από βάσεις κινητής τηλεφωνίας. Απαράδεκτο το αίτημα περί απειλής προσωπικής κράτησης, εφόσον δεν στρέφεται κατά συγκεκριμένου προσώπου. Ανάγκη λήψης ειδικών μέτρων προφύλαξης όταν υπάρχουν επαρκείς λόγοι να θεωρείται ότι η εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας δημιουργεί κινδύνους ανεπανόρθωτης σωματικής και ψυχικής βλάβης. Αρχές αναλογικότητας και οικονομικής ελευθερίας. Δεκτή.




02-09-19

Σημαντική απόφαση  του ΣτΕ δίνει τις κατευθύνσεις για την οριοθέτηση οικισμών σε όλη την επικράτεια, ακυρώνει ως «ανεφάρμοστες» και «αντισυνταγματικές» τις οριοθετήσεις και τις επεκτάσεις ορίων οικισμών, που έχουν γίνει σε πολλές εκατοντάδες οικισμούς,  με πράξεις της διοίκησης (υπουργείου, νομαρχών κλπ) και αποφάσεις Δήμων και θέτει τις πολεοδομικές υπηρεσίες, προ αυξημένων ευθυνών για την έκδοση οικοδομικών αδειών, σε αυτές τις περιοχές.

Το συνολικό κείμενο της απόφασης θα αναρτηθεί μετά την καθαρογραφή της απόφασης. 

Πηγή: Νόμος & Φύση



13-06-19
 Η τοποθέτηση κεραιών κινητής τηλεφωνίας στο μισθωμένο χώρο δώματος πολυκατοικίας, παραβιάζει τον κανονισμό της πολυκατοικίας που θέτει περιορισμούς και απαγορεύσεις φέρουσες το χαρακτήρα δουλείας που αντιτάσσονται και κατά τρίτων – μισθωτών. Αναγνωρίζει τους ενάγοντες δικαιούχους πραγματικής δουλείας με περιεχόμενο την απαγόρευση της χρήσης του δουλεύοντος ως επαγγελματικού χώρου και την απαγόρευση χρήσης που θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των ενοίκων της πολυκατοικίας. Υποχρεώνει τις εναγόμενες εταιρίες κινητής τηλεφωνίας να άρουν την προσβολή, διατάσσει διακοπή λειτουργίας των σταθμών βάσης και καθαίρεση κεραίας κινητής τηλεφωνίας. Η προσβολή του δικαιώματος δουλείας συνιστά αδικοπραξία – επιδίκαση ηθικής βλάβης στους ενάγοντες.


13-06-19
Οικονομική ελευθερία – Δικαίωμα στην υγεία – Απαγόρευση καπνίσματος στους κλειστούς χώρους καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος – Ανίσχυρη διάταξη νόμου περί εξαίρεσης από την απαγόρευση με την καταβολή οικονομικού ανταλλάγματος (τέλους)

Lawspot.gr


04-06-19
  Αντιστυνταγματική η εξαίρεση οικιστικών πυκνώσεων από δασικούς χάρτες.


03-06-19
Δεν είναι έγκυρη η καταρτιση δικαιοπραξίας με αντικείμενο την αποκλειστική χρήση θέσεων στάθμευσης σε πιλοτή σε τρίτους εφόσον αυτοί δεν έχουν στην κυριότητα τους αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία στην πολυκατοικία. Αρνητική αγωγή. 


03-06-19
Προστασία προσωπικών Δεδομένων. Έννοια αρχείου Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα κατά τον Ν. 2472/1997. Περιπτώσεις όπου κατ εξαίρεση και κατόπιν άδειας της αρμοδίας αρχής επιτρέπεται η χρήση προσωπικών δεδομένων άνευ συγκατάθεσης του δικαιούχου αυτών. Τέτοια περίπτωση συνιστά όταν τα προσωπικά δεδομένα που συλλέγονται και επεξεργάζονται είναι τα απολύτως απαραίτητα, αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου κατ` αναλογική εφαρμογή της νομοθεσίας για τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από δικηγόρους στα πλαίσια παροχής νομικών υπηρεσιών προς τους εντολείς τους δεν απαιτείται άδεια της αρχής ενώ οι τελευταίοι δεσμεύονται από το επαγγελματικό τους απόρρητο να μην διαβιβάζουν ή κοινοποιούν αυτά σε τρίτους καθ υπέρβαση της εντολής του πελάτη τους. Τυχόν παράνομη χρήση προσωπικών δεδομένων επιφέρει ποινικές κυρώσεις κατά του υπαιτίου αλλά και αστική ευθύνη προς αποζημίωση του παθόντος. Αντισυνταγματική η νομοθετική πρόβλεψη ελάχιστου ποσού επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης επί παράνομης χρήσης προσωπικών δεδομένων. Ορθώς το εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση λόγω επιδίκασης υπέρογκου ποσού χρηματικής ικανοποίησης ένεκα ηθικής βλάβης υπέρ των αναιρεσιβλήτων και εν συνεχεία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή τους καθότι ο αναιρεσείων ορθώς έλαβε αντίγραφο ποινικής απόφασης που περιείχε προσωπικά δεδομένα τους ως δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος στην δεδομένη δίκη αλλά εσφαλμένα χρησιμοποίησε αυτή άνευ αδείας της αρμόδιας αρχής σε προσωπική του υπόθεση και καθ υπέρβαση της εντολής του πελάτη του. Απορρίπτει αναίρεση κατά της υπ` αριθμ. 22/ΕΡ-ΔΙ/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.


linkedin twitter
 
 
site created and hosted by