AP 110/2013 Δεδομένα Προσωπικού Χαρακτήρα
Παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ποινική ευθύνη προσώπου που επεμβαίνει παράνομα "αρχείο". Εννοια "αρχείου". Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Κατά πλειοψηφία ένοχος ο κατηγορούμενος για παράνομη επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Χωρίς δικαίωμα επίκληση και προσκόμιση εγγράφων, που περιείχαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της εγκαλούσας και περιέχονταν σε φακέλλους ποινικών και πειθαρχικών δικογραφιών που είχαν σχηματιστεί εις βάρος της, από τους κατηγορουμένους - δικηγόρους στο πλαίσιο εκδίκασης αγωγών του κατά της εγκαλούσας - δικαστικής λειτουργού. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Υπέρβαση εξουσίας. Χειροτέρευση της θέσεως. Αναγνώριση βαρύτερης ενοχής από εκείνη που είχε γίνει δεκτή στον πρώτο βαθμό με την προσθήκη της επεξεργασίας κλητηρίου θεσπίσματος. Ελλειψη αιτιολογίας. Δεν αιτιολογείται η έννοια του αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και του όρου "χωρίς δικαίωμα", ούτε ο τρόπος με τον οποίο έγινε η επέμβαση σε αρχεία προσωπικών δεδομένων. Αναιρεί την υπ΄αριθμ. 35/2013 απόφαση του Πεντ. Εφ. Δυτικής Μακεδονίας για τους ως άνω λόγους.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1110/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γιώτσα, περί αναιρέσεως της 35/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουλίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 832/13.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997, "Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", όπως αυτός ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 8 του Ν. 2819/2000 και το άρθρο 34 του Ν. 2915/2001, αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου νόμου, "Οποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις", ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 6 του ίδιου άρθρου "Αν ο υπαίτιος των πράξεων των παρ. 1 έως 5 του παρόντος άρθρου είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ή να βλάψει τρίτον, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή ...". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 στοιχ. α` , β` , γ` , δ` , ε` και ι` του αυτού νόμου για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων. β) "Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την παρ. 1 άρθρου 18 του Ν. 3471/2006 και στη συνέχεια με την παρ. 3 άρθρ. 8 του Ν. 3625/2007, ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις, όπου, ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή). γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο (κατά τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 3471/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, κατά την έννοια του νόμου νοείται ως "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια"... και ι) "αποδέκτης" είναι το φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται, για τρίτο ή όχι. Τέλος, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2472/97, οι διατάξεις αυτού "εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται στο Ν. 2472/97, ενόψει της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Με εξαίρεση δε των περιπτώσεων του άρθρου 22 παρ. 5, η οποία ποινικοποιεί τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση "αρχείων προσωπικών δεδομένων".

Συνεπώς, για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται: α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε "αρχείο", ως τέτοιο δε θεωρείται κατ` άρθρο 2 περ. ε` , το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο "επεξεργασίας" και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη, β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, και γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις. Ετσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως. Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποιήσεως του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα.

Συνεπώς για την αντικειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος απαιτείται μεταξύ των άλλων α) η ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε αρχείο, ως τέτοιο δε θεωρείται κατά το αρθρ. 2 περ. ε` το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη, β) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις ή ευαίσθητα δεδομένα, όπως περιοριστικά ορίζονται, για την επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, τα δεδομένα που αφορούν πειθαρχικά μέτρα, πειθαρχικές διώξεις και πειθαρχικές ποινές και η παράνομη επέμβαση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο τέτοιων δεδομένων δεν υπάγεται στο εδαφ. β` της παρ. 4 του παραπάνω άρθρου 22, αλλά στο εδάφιο α` αυτού.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 502 παρ. 2 ΚΠοινΔ, σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι. Κατά δε το άρθρο 470 εδ. α` ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή κυρίως εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστουμένη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της αποφάσεως που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω απαγορεύσεως αποτελεί υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η` του ΚΠοινΔ. Υπέρβαση εξουσίας υφίσταται, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων Κ. Κ. με την αναιρεσιβαλλομένη υπ` αριθ. 35/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, καταδικάσθηκε με τη συνδρομή ελαφρυντικής περιστάσεως, σε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών, για παράβαση του άρθρου 22 παρ. 4 του Ν. 2473/1997.

Οπως προκύπτει από την, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επιτρεπτή επισκόπηση τόσον της εκκληθείσης υπ` αριθμ. 421/2002 πρωτοβάθμιας αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας όσον και της αναιρεσιβαλλομένης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την επεξεργασία, μεταξύ των άλλων, και του υπ` αριθμ?/2003 κλητηρίου θεσπίσματος και συνακολούθως δεν ασκήθηκε εκ μέρους του έφεση σχετικά με καταδίκη του για την επεξεργασία αυτού του εγγράφου.

Συνεπώς καθ` υπέρβαση εξουσίας το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τον κήρυξε ένοχο και της πράξεως αυτής διότι άσκησε δικαιοδοσία που από τον νόμο δεν είχε, χειροτερεύοντας την θέση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αφού αναγνώρισε βαρύτερη ενοχή αυτού από εκείνη που είχε γίνει δεκτή στον πρώτο βαθμό, με την προσθήκη της επεξεργασίας του παραπάνω κλητηρίου θεσπίσματος, ως προς το οποίο δεν εδικαιούτο να επιληφθεί και να κρίνει με τη έφεση που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο και πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η`, να αναιρεθεί κατά τούτο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην αρχή του σκεπτικού της αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Η εγκαλούσα, Μ. Μ., έχουσα την ιδιότητα της δικαστικής λειτουργού, είχε υπηρετήσει κατά το παρελθόν ως Πρωτοδίκης και στη συνέχεια ως Πρόεδρος Πρωτοδικών στο Πρωτοδικείο Γρεβενών, όπου ασκούσε το λειτούργημα του δικηγόρου ο κατηγορούμενος. Μεταξύ αυτών είχε αναπτυχθεί σφοδρή αντιπαράθεση και αντιδικία, στα πλαίσια της οποίας ο κατηγορούμενος κατέθεσε τις υπ` αριθμ. 60 και 61/17-8-2005 αγωγές του, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών, με τις οποίες ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η εγκαλούσα υποχρεούτο να του καταβάλει τα αιτούμενα σ` αυτές χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις αναφερόμενες στις αγωγές αυτές υβριστικές φράσεις, προσβάλλοντας έτσι την προσωπικότητα του. Τις ως άνω υβριστικές φράσεις είχε περιλάβει αυτή στην από 26-7-2005 έφεση της εγκαλούσας κατά της υπ` αριθμ. 46/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών και στην από 1-8-2005 αίτηση της, ενώπιον του Μονομελούς ομοίως, με αντικείμενο τη συντηρητική κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας του τελευταίου. Ο κατηγορούμενος, με τις από 16-10-2005 προτάσεις που κατέθεσε στις 20-10-2005, επικαλέστηκε και προσκόμισε έγγραφα, τα οποία περιείχαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της εγκαλούσης και περιείχοντο σε φακέλλους ποινικών και πειθαρχικών δικογραφιών, που είχαν σχηματισθεί εις βάρος της εγκαλούσης και τα οποία είχε λάβει στην κατοχή του ο κατηγορούμενος κατά τρόπο μη νόμιμο. Ειδικότερα, με τις από 16-10-2005 προτάσεις του επί της υπ` αριθμ. 60/17-8-2005 αγωγής του, επικαλέστηκε και προσεκόμισε μεταξύ άλλων και την υπ` αριθμ. 9,10/2002 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, με την οποία η εγκαλούσα παύθηκε οριστικώς της υπηρεσίας της, λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας. Όσον όμως αφορά τα υπ` αριθμ. ../2003, ?/2003, ?/2003, ?/2003 κλητήρια θεσπίσματα του Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, αυτά πράγματι δεν αναφέρονται στο σώμα των ως άνω προτάσεων του, όπως βασίμως διατείνεται ο κατηγορούμενος. Πρέπει όμως να σημειωθεί, ότι στο σώμα των προαναφερομένων προτάσεων, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τους, αναφέρεται μόνο το υπ` αριθμ?./2003 κλητήριο θέσπισμα, που αφορά τον κατηγορούμενο και την εγκαλούσα. Επίσης, με την από 20-10-2005 "κατάσταση προσκομιζομένων εγγράφων επί της από 17-8-2005 αγωγής", όπως την αποκαλεί ο ίδιος ο κατηγορούμενος, την οποία κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών αργότερα, στις 22-11-2006 (σε μετ` αναβολή δικάσιμο), που επέχει θέση συμπληρωματικών προτάσεων, επικαλέστηκε και προσκόμισε και άλλα έγγραφα, πλην των αναφερομένων στο σώμα των από 20-10-2005 προτάσεων του. Συγκεκριμένα, επικαλέστηκε και προσεκόμισε την από 9-6-1998 έκθεση του Εφέτη Πειραιά Νικολάου Τζαβέλα, ο οποίος εις εκτέλεση εντολής του Προέδρου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης εις βάρος της εγκαλούσης, κατόπιν αναφοράς της Ρ. Μ., υπαλλήλου των δικαστηρίων των Γρεβενών, εισηγείτο την άσκηση πειθαρχικής διώξεως εις βάρος της (εγκαλούσης) για παράβαση του άρθρου 91 παρ. 1,2 και 3 περ. ζ` του Ν. 1756/1988, κατ` εξακολούθηση. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος, κατά τη συζήτηση των ως άνω αγωγών του επικαλέστηκε και προσκόμισε τα ως άνω έγγραφα (ήτοι την υπ` αριθμ. 9/10/2002 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, την από 9/6/1998 έκθεση του Εφέτη Πειραιά Νικολάου Τζαβέλλα και το υπ` αριθμ?/2003 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Δυτ. Μακεδονίας), τα οποία περιέχουν πληροφορίες οι οποίες αποτελούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της εγκαλούσας, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 περ. β` του ν. 2472/1997, αφού αφορούν την ποινική και πειθαρχική κατάσταση αυτής. Τα έγγραφα αυτά, τα οποία είχε λάβει στην κατοχή του ο κατηγορούμενος κατά τρόπο μη νόμιμο, περιείχοντο σε φακέλους ποινικών και πειθαρχικών δικογραφιών, που είχαν σχηματιστεί σε βάρος της εγκαλούσας, οι οποίοι αποτελούν "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 περ. ε` του εν λόγω νόμου. Η κατά τα ανωτέρω προσκομιδή από τον κατηγορούμενο στοιχειοθετεί επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 2 περ. δ` του ν. 2472/1997 και συνιστά παράβαση της διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου 22 του ιδίου νόμου...". Κατ` ακολουθίαν τούτων κήρυξε τον κατηγορούμενο, κατά πλειοψηφία, ένοχο του ότι, "στα Γρεβενά, στις 20-10-2005, χωρίς δικαίωμα επεξεργάστηκε, με τη μορφή χρήσης, ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τρίτου και συγκεκριμένα με τις από 16-10-2005 προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών στις 20-10-2005, στα πλαίσια της ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου των με αριθμ. κατάθεσης 60/2005 και 61/2005 από 17-8-2005 αγωγών του κατά της εγκαλούσας Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ... χωρίς δικαίωμα επικαλέστηκε και προσκόμισε έγγραφα που περιείχαν ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της εγκαλούσας και περιέχονταν σε φακέλους ποινικών και πειθαρχικών δικογραφιών που είχαν σχηματισθεί σε βάρος της και ειδικότερα προσκόμισε α) την υπ` αριθμ. 9, 10/2002 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με την οποία αυτή παύθηκε οριστικά από την υπηρεσία της, β) την από 9-6-1998 έκθεση του Εφέτη Πειραιά Νικολάου Τζαβέλλα, με την οποία αυτός εισηγείτο την άσκηση πειθαρχικής δίωξης σε βάρος της ύστερα από αναφορά της υπαλλήλου των δικαστηρίων Γρεβενών Ρ. Μ. και γ) το ?/2003, κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Δυτικής Μακεδονίας με το οποίο αυτή παραπεμπόταν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας για αξιόποινες πράξεις που φερόταν ότι είχε τελέσει σε βάρος τρίτων".

Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, κατά την συζήτηση της αγωγής του κατά της εγκαλούσης, εκτός από το παραπάνω κλητήριο θέσπισμα, α) την υπ` αριθμ. 910/2002 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου με την οποία η εγκαλούσα παύθηκε οριστικά από την Υπηρεσία της και β) την από 9.6.1998 έκθεση του εφέτη Πειραιά Νίκου Τζαβέλλα, ο οποίος εισηγείτο την άσκηση πειθαρχικής δίωξης της εγκαλούσης, τα οποία είχε λάβει στην κατοχή του κατά τρόπο μη νόμιμο και τα οποία περιείχοντο σε φακέλλους ποινικών και πειθαρχικών δικογραφιών που είχαν σχηματισθεί σε βάρος της εγκαλούσης, τα οποία αποτελούν "αρχεία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη γιατί δεν αιτιολογείται πλήρως η έννοια του αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και του όρου "χωρίς δικαίωμα", ούτε ο τρόπος με τον οποίο έγινε η επέμβαση σε αρχεία προσωπικών δεδομένων από τον αναιρεσείοντα ή από τρίτον, από τα οποία τα παραπάνω έγγραφα ακολούθως κατέληξαν στην κατοχή του αναιρεσείοντα.

Επομένως κατά τούτο, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί και κατά τούτο η προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 35/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 35/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Σεπτεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2013.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Ρ.Κ.


Νομικά Νέα
02-09-19
Αίτηση προσωρινής διακοπής λειτουργίας σταθμών κινητής τηλεφωνίας και απομάκρυνσης εγκατεστημένων κεραιών και μηχανημάτων. Εκπομπή επικίνδυνης ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από βάσεις κινητής τηλεφωνίας. Απαράδεκτο το αίτημα περί απειλής προσωπικής κράτησης, εφόσον δεν στρέφεται κατά συγκεκριμένου προσώπου. Ανάγκη λήψης ειδικών μέτρων προφύλαξης όταν υπάρχουν επαρκείς λόγοι να θεωρείται ότι η εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας δημιουργεί κινδύνους ανεπανόρθωτης σωματικής και ψυχικής βλάβης. Αρχές αναλογικότητας και οικονομικής ελευθερίας. Δεκτή.




02-09-19

Σημαντική απόφαση  του ΣτΕ δίνει τις κατευθύνσεις για την οριοθέτηση οικισμών σε όλη την επικράτεια, ακυρώνει ως «ανεφάρμοστες» και «αντισυνταγματικές» τις οριοθετήσεις και τις επεκτάσεις ορίων οικισμών, που έχουν γίνει σε πολλές εκατοντάδες οικισμούς,  με πράξεις της διοίκησης (υπουργείου, νομαρχών κλπ) και αποφάσεις Δήμων και θέτει τις πολεοδομικές υπηρεσίες, προ αυξημένων ευθυνών για την έκδοση οικοδομικών αδειών, σε αυτές τις περιοχές.

Το συνολικό κείμενο της απόφασης θα αναρτηθεί μετά την καθαρογραφή της απόφασης. 

Πηγή: Νόμος & Φύση



13-06-19
 Η τοποθέτηση κεραιών κινητής τηλεφωνίας στο μισθωμένο χώρο δώματος πολυκατοικίας, παραβιάζει τον κανονισμό της πολυκατοικίας που θέτει περιορισμούς και απαγορεύσεις φέρουσες το χαρακτήρα δουλείας που αντιτάσσονται και κατά τρίτων – μισθωτών. Αναγνωρίζει τους ενάγοντες δικαιούχους πραγματικής δουλείας με περιεχόμενο την απαγόρευση της χρήσης του δουλεύοντος ως επαγγελματικού χώρου και την απαγόρευση χρήσης που θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των ενοίκων της πολυκατοικίας. Υποχρεώνει τις εναγόμενες εταιρίες κινητής τηλεφωνίας να άρουν την προσβολή, διατάσσει διακοπή λειτουργίας των σταθμών βάσης και καθαίρεση κεραίας κινητής τηλεφωνίας. Η προσβολή του δικαιώματος δουλείας συνιστά αδικοπραξία – επιδίκαση ηθικής βλάβης στους ενάγοντες.


13-06-19
Οικονομική ελευθερία – Δικαίωμα στην υγεία – Απαγόρευση καπνίσματος στους κλειστούς χώρους καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος – Ανίσχυρη διάταξη νόμου περί εξαίρεσης από την απαγόρευση με την καταβολή οικονομικού ανταλλάγματος (τέλους)

Lawspot.gr


04-06-19
  Αντιστυνταγματική η εξαίρεση οικιστικών πυκνώσεων από δασικούς χάρτες.


03-06-19
Δεν είναι έγκυρη η καταρτιση δικαιοπραξίας με αντικείμενο την αποκλειστική χρήση θέσεων στάθμευσης σε πιλοτή σε τρίτους εφόσον αυτοί δεν έχουν στην κυριότητα τους αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία στην πολυκατοικία. Αρνητική αγωγή. 


03-06-19
Προστασία προσωπικών Δεδομένων. Έννοια αρχείου Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα κατά τον Ν. 2472/1997. Περιπτώσεις όπου κατ εξαίρεση και κατόπιν άδειας της αρμοδίας αρχής επιτρέπεται η χρήση προσωπικών δεδομένων άνευ συγκατάθεσης του δικαιούχου αυτών. Τέτοια περίπτωση συνιστά όταν τα προσωπικά δεδομένα που συλλέγονται και επεξεργάζονται είναι τα απολύτως απαραίτητα, αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου κατ` αναλογική εφαρμογή της νομοθεσίας για τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από δικηγόρους στα πλαίσια παροχής νομικών υπηρεσιών προς τους εντολείς τους δεν απαιτείται άδεια της αρχής ενώ οι τελευταίοι δεσμεύονται από το επαγγελματικό τους απόρρητο να μην διαβιβάζουν ή κοινοποιούν αυτά σε τρίτους καθ υπέρβαση της εντολής του πελάτη τους. Τυχόν παράνομη χρήση προσωπικών δεδομένων επιφέρει ποινικές κυρώσεις κατά του υπαιτίου αλλά και αστική ευθύνη προς αποζημίωση του παθόντος. Αντισυνταγματική η νομοθετική πρόβλεψη ελάχιστου ποσού επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης επί παράνομης χρήσης προσωπικών δεδομένων. Ορθώς το εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση λόγω επιδίκασης υπέρογκου ποσού χρηματικής ικανοποίησης ένεκα ηθικής βλάβης υπέρ των αναιρεσιβλήτων και εν συνεχεία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή τους καθότι ο αναιρεσείων ορθώς έλαβε αντίγραφο ποινικής απόφασης που περιείχε προσωπικά δεδομένα τους ως δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος στην δεδομένη δίκη αλλά εσφαλμένα χρησιμοποίησε αυτή άνευ αδείας της αρμόδιας αρχής σε προσωπική του υπόθεση και καθ υπέρβαση της εντολής του πελάτη του. Απορρίπτει αναίρεση κατά της υπ` αριθμ. 22/ΕΡ-ΔΙ/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.


linkedin twitter
 
 
site created and hosted by